Τρίτη 21 Απριλίου 2026

Ερωτικά

 
Οι κραταιοί

Γιατί εμείς
της ημέρας οι φοβεροί κραταιοί
τις νύχτες την αγάπη ικετεύουμε
όταν τη σιδηρά αποθέτουμε πανοπλία
κι απορημένα
τον φόβο μας κοιτάζουν τ' αστέρια...  





Γυναίκα

Η γυναίκα
-ό, τι κι αν πεις-
λύκαινα
που μ' όλους τους λύκους παίζει
έτοιμη και διψασμένη να δοθεί
στον πιο χλευαστή
των ιερών και οσίων της

Πόλη η γυναίκα
ανοιχτή
σε κάθε πολιορκία

Άσπιλο το χέρι θεωρεί
που τη κερκόπορτα μισάνοιχτη κρατεί

-Κι ο προδομένος αυτοκράτωρ
απηυδισμένος απ' τη λύπη
πιο δυνατός για ξένη πόλη θα διαβεί
να τη πορθήσει αδίστακτα
με μαγικούς ψιθύρους
-μικρά εκκολαπτόμενα ωά
αναπαντέχως γεννημένα
στης προδοσίας τη φωλιά-

και στο ναό της μέσα
άλλη αγάπη να χαρεί
υπό το φως κηρίων
και σεβαστών εικόνων
πρωθυστέρων αγίων-


1998



Σαπφώ 


-Κέλομαί σε Γογγύλα
Πέφανθι λάβοϊσά μα
Γλακτίν αν σε δηύτε πόθος αμφιπόταταϊ.
ταν καλάν α γαρ κατάγωγις αυτά
απτόαισ' ιδοϊσαν, εγώ δε χαίρω,
και γαρ αύτα δη τόδε μέμφεταί σοι
Κυπρογένηα-


Ξακουστή κυρά κοίτα, ανάλαφρος ήρθα
άφησα πίσω ανάξιους φόβους, πανοπλίες
δε θέλω πια, καμιά γυναίκα ολότελα δική μου
γι’ αυτό με θάρρος σου ζητώ
το χέρι σου να τείνεις να φιλήσω

Πάτα τον όρκο ξεμυαλίστρα και πάρε με στους κήπους
που τα κορίτσια σου γελούν μες στα λουτρά και τα γρασίδια
πίσω απ’ αυτό το πέπλο που μπρος μου ορθώνεται θαμπό
τα σκαλοπάτια του ήλιου

Τράβηξα πολλά να φτάσω εδώ, έμπλεξα με τυράννιες
πάλεψα με λογισμούς βαθιούς και σιωπηρούς
ήτανε δύσκολο, από τις χώρες του πολέμου
στη πύλη του έρωτα να φτάσω

Μα τόξερα, στην πόλη του έρωτα πρέπει γυμνός να μπεις
χωρίς οργή, σπαθιά και κτήσεις
και τώρα νάμαι, ολόγυμνος μπροστά σου γονατίζω
πάρε το χέρι μου κυρά, οι κοπελιές σου μ’ είδαν
για δες κρυφογελούν, πες μου το ναι
ξέρεις και συ από πόθο

Θα μπω με δέος, ετούτο το χώμα θα φιλήσω
θα κάνω σπονδή με ηδύποτα καλότυχος να είμαι
κι αν θέλεις, από το χέρι θα με πάρεις
ανάλαφροι πάνω στο δώμα σου να πάμε

πλύνε με, μ’ αρώματ’ άλειψέ με
κι ανάσανε στο στήθος μου μπροστά
πληγές, σημάδια ν’ απαλύνεις

Όταν τα χάδια σου τα μαγικά στο όνειρο με στείλουν
γνέψε στη δόλια τη γριά, να φέρει και τις άλλες
που με τις λύρες θάρθουνε, αργά και σιγοτραγουδώντας
πανέμορφες κι ερωτικές μ’ ολόλευκους χιτώνες
να πέσουν γύρω μας

…………………….

Έπειτα έξω στους κήπους, τα νερά να περπατήσουμε
μαζί να γράψουμε τους ύμνους και σου ορκίζομαι
τη πιο ακριβή σου φιλενάδα που αμόλυντη για σένα τήνε θέλεις
δε θα ποθήσω κι ούτε εδώ θα βαρεθώ
καμιά δε θα σου κλέψω για να φύγω
τα γλυκά, τραβηγμένα μυστικά, τη θάλασσα την αλμυρή
δε θα περάσουν

Δώσε το χέρι σου κυρά, κολύμπησα, κουράστηκα για νάρθω…

(1988)


 
Μέθη

Ο πύργος του έρωτα μας ήταν λιτός
ένα μικρό δωματιάκι, αγαπημένη.
Σαν όνειρο θυμάμαι κάποιες νύχτες...

Έν' απαλό φωτάκι 
το άσπρο σου πουκάμισο και το καλσόν
σε μια καρέκλα πρόχειρα ριγμένα
από κάπου ερχόταν μουσική
και στο ρυθμο της χορευτές θλιμμένα
στίχους ψιθύριζα απ' τον Σικελιανό
κι είχα το βλέμμα ν' ακουμπά σε σένα...

Πόσο μου άρεσε στους ώμους, στο λαιμό να σε φιλώ
πίσω απ' την πόρτα που αργά κινούνταν και άγγιζαν
ωραίοι ελκυστικοί πολιορκητές

Μα όταν Απόλλωνας και Αφροδίτες έξω χόρευαν
με σιγανό τραγούδι που σειρηνικα
Στ' αυτιά μας ακουγόταν
Αγκαλιαζομασταν σφιχτά

Θα κάναμε σπίτι ολόλευκο, δικό μας...

Μα κάποια νύχτα - η Σελάνα φταίει
ή ένα πεπρωμένο από παλιά γραμμένο-
το μυστικό σου πρόσωπο έπιασα να κλαίει
για ό,τι δεν ήταν μέχρι τότε ειδωμενο...

1988







Άγγιγμα

-ίχνος αργό σαλιγκαριού
και γλώσσα υπόμονη ποθεί
στον αφαλό το σκουλαρίκι-


Κι έπειτα ήρθαν αυτοί που δε γνώρισαν τη μεγάλη πλάνη. 
Ήρθαν ανάλαφροι, χωρίς αίματα, χωρίς σκόνες απ’ τα γκρεμίσματα.
Ολοκαίνουριοι. Δεν είδαν ποτέ να πέφτουν από τα βάθρα αγάλματα. 
Δεν άκουσαν τις οιμωγές εκτοπισμένων.
Μια γενιά θαρρείς δίχως μνήμη. 
Έκοψαν τα μπλουζάκια ψηλά, φόρεσαν παντού σκουλαρίκια.
Παρθένος ο κόσμος πάλι...

Όταν σταθεί εμπρός σου η ομορφιά
ασύνετη κι ατίθαση κοπέλα
-μικρό τατού στο σφρίγος της κοιλιάς
στον αφαλό το σκουλαρίκι-

φτάνει με τ’ ακροδάχτυλα
ένα τυχαίο άγγιγμα
καθώς
ένα βιβλίο άλυτο
σου δίνει
φτάνει με τ’ ακροδάχτυλα
ένα τυχαίο άγγιγμα
και μια αστραπή στο βλέμμα

Φτάνουν αυτά
ν’ ανάψεις σα κάρβουνο
και να καείς
στάχτη να γίνεις...

(2007)





Απώλεια αθωότητος

Και μεγαλώνεις, φεύγεις
-μα καίνε οι περασμένες ημέρες
σαν οφειλή-

Κοντά σου δε θάμαι
όταν η αντοχή σου τελειώσει
και την οργή σου ελεύθερη αφήσεις
να σφάξει στα γονατά σου
του κοριτσιού τη λάμψη σαν αρνί
με αίμα να αλείψει η γυναίκα το γυμνό της κορμί
και να κραυγάσει στη νύχτα
τον εαυτό της πρώτη φορά
σωστά αντικρίζοντας

ω λήθη
των αγριμιών λήθη
έλα και σπείρε την ομίχλη
να μη θυμάται
πως το φεγγάρι στους αιώνες θα φωτίζει
της αθωότητας
της αθωότητας την απουσία...

(2007)






Άσεμνη σκέψη

Γλυκιά στο καναπέ
νωχελικά αφημένη.
Ψηλά το βλέμμα
σα τις εικόνες να κοιτάς
και το καντήλι
που τσιριχτά τον άγγελο
νυχθημερόν φωτίζει...

-Μα ποιος σου πόθος λάτρισσα
και άσεμνή σου σκέψη
τον ιερό μαγεύει και καλεί
τη δύναμη ν’ απαρνηθεί
φύση ουδέτερη ν' αφήσει;

ρομφαίες και φτερά
πίσω να παρατήσει
και μπρος σου
-σπάζοντας το γυαλί-
σ’ άντρα να μεταμορφωθεί

που αδημονεί
στα θελκτικά σου στήθη
ηδονικά να σκύψει;-

(2008)






Έφηβη

Πόσο τέλεια επουλώθηκαν οι πληγές
απ’ τα κομμένα φτερά σου
σχηματίζοντας δύο ανάλα
φρους ανθρώπινους ώμους

η φωνή σου μαχαίρι
κόβει στα δύο τη γη
τις φέτες αφήνοντας να στριφογυρίζουν 
στο τραπέζι του χάους
που γέμισε αστραφτερά κουκούτσια

Θα σου πήγαινε το όνομα ΄΄Νοσταλγία΄΄
δε με γελάς
κουβαλάς μαζί σου αιώνες
κι ας φαίνεσαι δεκάξι

Φτάνει στο δάχτυλό σου απ’ αγκάθι
κι η πιο μικρή πληγή, φτάνει
να λευτερώσει νύχτες καλοκαιριού
κουβεντολόγια στις αυλές
βερίκοκα, σταφύλια
κι ένα βατράχι που βαρύ πηδά
προς τη δροσιά της βρύσης

γιατί αναγκαίο δεν είναι να θυμάσαι
και τυλιγμένη στη λήθη
νοσταλγία σκορπίζεις...

1999





Η μασκοφόρος

Μακρινή και πύρινη
μα απ' τη μάσκα πίσω των νεφών
λουλούδι

Αγάπη μυστική
που χαμηλά γλιστράς σα χέλι
αφρό μη δεις
Κάτω από φως χρυσό σε πολεμώ
και υποφέρω
να σε φαντάζομαι στα βάθη τα κρυφά
φωνή ιδρωμένη...

λαχανιασμένο σώμα
κι η μάσκα αστραφτερή στο πάτωμα
με σκόρπια ρούχα...

θολό το βλέμμα
κι οι ώμοι σου γυμνοί
κι οι ώμοι σου ναυαγισμένοι
σα της Κίχλης τα κατάρτια...
να καρτερούν οι ώμοι σου φιλιά
ν' αποκαθίσουν πάνω τους
σα κουρασμένοι γλάροι...

(2000)





Ψίθυροι

Ένα κοπάδι ψίθυρων
σε άπαλλων χορδών τηλεγραφόξυλα
νωπά εστεμμένα πουλιά
σε φθινοπώρου σύναξη

-χελιδόνια οι ψίθυροι που οσφραίνονται
άλλη πατρίδα-

Τα μάτια τους
στα κλειδωμένα δόντια μου
και τα φτερά στο σύνθημα
ανυπότακτο αίμα μετωπικά να γητέψουν
στεναγμούς κρατώντας στα ράμφη
και ρίγη...

-Γδυτή στιγμή το χτυποκάρδι-

Φτεροκοπήματα πυκνά
κι ανατριχίλας τρίλιες
τη πύλη κοχυλένιου αυτιού εκπορθώντας
πρώτη να ομολογήσουν φορά
τη πίκρα και τη δόξα μου
σε σένα...

(1999)






Μελέτη θανάτου

Αχίλλειες πτέρνες τα σώματά μας
στόχοι κρυμμένων Τρώων
στην οσμή των σειρήνων τρωτά
και στο νεύμα χιλίων δρόμων
(για τούτον τον άφθαστο πόνο
τα σώματά μας
ξένα σώματα
αντίβαρα ζητούν)

Πώς να ησυχάσει η πληγή
που πυρώνει κάθε στιγμή
πώς τη τροχιά του βέλους ν’ αντέξεις
που έχει φύγει απ’ τη χορδή και σφυρίζει
πεπερασμένες μέρες μία μία διαπερνώντας
πεπερασμένες μέρες μία μία σκοτώνοντας

Θάναι το μεσημέρι καυτό
που σαν για πάντα θα φύγουμε
την ακούσια πληρωμή χαιρετώντας
θ’ απεγδυθούμε του φόβου
και των όσων μας πλάνεψαν
-βαγόνια πρωινών σκουριασμένων
που πέρασαν γυαλίζοντας κάποτε
στις ράγες του χρόνου-
και θα δοθούμε στο μαύρο φως
με το κάτι στα χέρια
χωρίς νοσταλγία τον κόσμο αφήνοντας
στους άγνωστους
που δε γεννήθηκαν ακόμη

-Θα έρθουν με άνθη εκεί
να πιστέψουν πως ζήσαμε
τα ανάγλυφα γράμματα ψηλαφώντας
μαρτυρίες των ήλων μας μόνες-

(1999)






Γιασεμί

Την πρώτη φορά που την είδα, μύριζε γιασεμί.
Κι όποιος δεν έχει μυρίσει γιασεμί τις μέρες που ανθοβολεί, δε ξέρει τίποτα.Στην αρχή νόμισα πως αναδύθηκε σαν οπτασία, μέσα απ’ αυτήν την ευωδιά.Όμως ήταν ανθρώπινη. Όπως σε βλέπω και με βλέπεις. Ίσως πουλούσε χαϊμαλιά πιο κάτω στην αγορά και
ξαφνικά με είδε.

Δεν είχα δει ομορφότερη. Ούτε ποτέ ξανάδα.
Άρχισε να ανεβαίνει τα λιγοστά σκαλιά που μας χώριζαν. Με κοίταζε σα να με γύρευε αιώνες. Αν δε σ’ έχουν κοιτάξει έτσι, δεν ξέρεις τι θα πει πραγματικός φόβος. Πώς θα ξεφύγεις από μία γυναίκα που σε γυρεύει αιώνες;

Πανέμορφη. Αν δε την είδες, δε ξέρεις τι θα πει πραγματική ομορφιά. Όχι δε ξέρεις. Είχε μέσα της μια έξαλλη ερωτική δύναμη.
Δεν είπε τίποτα. Μονάχα με πλησίαζε.
Με πλησίαζε κι είχα την αίσθηση
πως από στιγμή σε στιγμή, θα χαθώ στο πιο μαγικό, στο πιο φανταστικό φιλί που έχει νιώσει ποτέ άνθρωπος...

Ήρθαμε τόσο κοντά, που
ένιωσα να με αγγίζει η άκρη του φουστανιού της. Μα εκεί που ετοιμάστηκα να τη γευτώ, φανέ
ρωσε από το κόρφο της ένα μαχαίρι.
Ένα ολόχρυσο, παράξενο μαχαίρι.

Δε ξέρω από πού το έβγαλε. Ίσως να το κρατούσε απ’ την αρχή,
μα η ομορφιά της ήταν τόσο απόλυτη, που δεν το πρόσεξα. Δε κουνήθηκα απ’ τη θέση μου.

Χαμογελώντας σα να με ήξερε από πάντα, σα
να ήταν σίγουρη πως αυτό ήθελα, με το ένα χέρι μ’ αγκάλιασε και με το άλλο βύθισε το μαχαίρι της μέσα μου...Και πάλι… Και πάλι…

Απ’ τις πληγές ξεπηδούσαν πουλιά
και αστραφτεροί στίχοι που αιωρούνταν
και πετούσαν τριγύρω μου κελαηδώντας
και ιριδίζοντας.

Πέρασα μαζί της καιρό.

Οι μαχαιριές είχαν μια πικρή γλύκα 
και άφηναν μια αίσθηση
πως ζω κάτι μοναδικό
που λίγοι μπορούν να κατανοήσουν…


………………………


Την είδα χρόνια αργότερα. Ήταν ακόμη όμορφη. Μα κάτι είχε χάσει. 
Την λάμψη που ακτινοβολούσε στο 
πρόσωπό της, σαν φωτοστέφανο… 
ή σαν την ιερή της έφηβης αμαρτία.
Οι στίχοι, ακόμα κι όταν μου χαμο-
γελούσε και με μαχαίρωνε με τον ίδιο τρόπο δεν έβγαιναν από μέσα μου.
Απ’ τις πληγές, έτρεχε σκέτο αίμα...

Πέταξε θυμωμένη το χρυσό της μαχαίρι.

«Αφού έγινες σαν όλους τους άλλους» μου είπε «θέλω να το κάνουμε!»
και με τράβηξε με βία κοντά της….
Της γύρισα τη πλάτη και έφυγα, ενώ από τις πληγές μου, συνέχιζε να τρέχει ζεστό
κόκκινο αίμα.

Μπήκα στο πρώτο νοσοκομείο που βρήκα μπροστά μου. Έπρεπε τώρα να συνηθίσω 
να ζω σαν άνθρωπος.
Έχοντας μέσα μου μόνο αίμα.

Από τότε, όταν μυρίζω γιασεμί φεύγω.


…………………


Κι όμως...
Έχω πάντα την αίσθηση, πως είναι ακόμη κάπου κοντά και με παρακολουθεί.
Έχω την αίσθηση, πως τις νύχτες που κοιμάται –όποιον κι αν έχει δίπλα της- με σκέφτεται
κι απ’ το κορμί της αναδύεται αυτή η μα-
γική ευωδιά από γιασεμί...

Βγαίνει απ’ τις χαραμάδες της πόρτας της
περνάει τους δρόμους, τα αυτοκίνητα
τους φουγάρους, τους νυχτοφύλακες
περνά σα καπνός πάνω από τους άγρυπνους μετανάστες, χαϊδεύει τις πόρνες των δρόμων
που προσκαλούν υποσχετικά τον επόμενο πελάτη, ξεπερνά σε ταχύτητα τους νυχτερινούς μηχανόβιους
τρυπώνει στο παράθυρό μου και με ξυπνά
αφήνοντάς με στο σκοτάδι
να καπνίζω απανωτά τσιγάρα
μαύρα μεσάνυχτα
χρόνια τώρα

μπας και σβήσω με νικοτίνη
αυτή τη γαμημένη ευωδιά
αλήθεια,πώς να ξεφύγεις από μια γυναίκα 
που σε γυρεύει αιώνες;


…………………


Ξέρω πως είναι έτοιμη για κάθε καταστροφή
αρκεί να έχω το βάρος της αρχικής απόφασης
Είναι ακόμη πολύ θυμωμένη...
Δε μπορεί να κατανοήσει πώς λέω όχι
σε μια γυναίκα τόσο όμορφη
που έχει ξεκινήσει εδώ και χιλιάδες χρόνια
απ’ τις ακτές τις Ιωνίας να μ’ εύρη...

Εδώ και χιλιάδες χρόνια
στους δρόμους, στους αργαλειούς,
στα παραθύρια... υφαίνοντας 
για άλλους άντρες
γεννώντας για άλλους άντρες
κλαίγοντας για άλλους άντρες
χωρίς να βουλιάξει όμως
ούτε στιγμή στη λήθη

εμένα γύρευε -έφηβη πάντα-
χιλιάδες χρόνια... εμένα γύρευε
-έφηβη πάντα- τόσους αιώνες

Αιώνες....
Ενώ οι άλλες,
ακόμη κι αν με θέλησαν
με θέλησαν μονάχα για λίγους μήνες...
Ίσως έχει δίκιο
μα πώς να αντέξεις το βάρος
τόσης συσσωρευμένης προσμονής;
Φοβάμαι…

Εδώ θα μείνω, στο σκοτάδι
καπνίζοντας απανωτά τσιγάρα
αποφασισμένος να της διαθέσω μια νύχτα
μονάχα μία... εκρηκτική και απολύτως κρυφή
ή αλλιώς να συναντηθούμε σε άλλη ζωή
εάν υπάρχει...




Κλεψύδρες

Αναστεναγμοί
κι ερωτηματικά
κεντίδια στα σεντόνια σου

Αόρατο χέρι τρυπάει τους καιρούς και σε χτενίζει
μα η ζεστή του αύρα με λύπη σε γεμίζει
γι’ αυτά που έχασες
και πάλι συναντάς
τα καταδικασμένα...

Μήπως δεν ήσουν η Ελένη
η Μήδεια, η Εκάβη
μήπως δεν ήσουν της Εστίας ιέρεια
η πάντοτε μητέρα κι ερωμένη

χίλιες δεν άνθισε η ομορφιά σου
χίλιες δε βασίλεψε
και τώρα πάλι

της σύνεσης τον φράχτη δε πηδάς
να μ’ αντικρίσεις
κουρασμένον νάρχομαι απ’ της ζωής τον δρόμο
άκου...

κλεψύδρες τα δάχτυλα
και φεύγουν τα σώματα
το χώμα φωνάζω
με χίλια ονόματα
κι ώσπου να λάβω
γίνομαι χώμα...



Φεγγαραύγουστος

Νυχτερινά λουλούδια εμείς
στου φεγγαραύγουστου τ' ακροθαλάσσι
δε καρτερώ
παρά τις ασημένιες στιγμές

σα πεταλούδες θάρθουν ελαφροπετώντας
στου φεγγαραύγουστου τ' ακροθαλάσσι
δε καρτερώ

παρά τη γύρη στη παλάμη μου
καθώς το πρόσωπό σου τρέμοντας
πρώτη φορά λουλούδι μου
θ' αγγίζω...




Η μούσα

Καθόταν στην άκρη του πιο επικίνδυνου βράχου. Κοιτούσε πέρα την ανάκατη θάλασσα, μη μπορώντας να ξεχωρίσει αν ήταν νύχτα ακόμα ή μέρα.
Εδώ κατοικούσανε χρόνια. Μα ένα βράδυ, εκείνη τον έπιασε να εκλιπαρεί την γαλήνη. Είχε δειλιάσει. Μόνο αυτό δε συγχώρησε στον ποιητή της. Γι' αυτό, μάζεψε τα ολόχρυσα δαχτυλιδάτα της μαλλιά που αγγίζανε το χώμα, έκρυψε κει τα μυστικά και τους ψιθύρους κι ανέμισε σα περιστέρι που πετά μα δε το βλέπεις...

Και τώρα εκείνος ξανάρθε. Και την θυμήθηκε. Τα λόγια της που μπερδεύονταν με τον άνεμο, τα σιωπηλά δάκρυά της πίσω από τους βράχους.
Πόσο τον είχε αγαπήσει!
Του τα συγχωρούσε όλα. Ακόμη κι όταν εκείνος χανόταν στους δρόμους, όταν μεθούσε σε θορυβώδη μπαρ, αγκαλιάζοντας γυναίκες ανθρώπινες και μπερδεμένες.

Καθόταν στην άκρη του πιο επικίνδυνου βράχου. Ο άνεμος δυνατός. Οποιαδήποτε στιγμή θα μπορούσε να πέσει. Μα παρέμενε όρθιος, ανάμεσα σ' αυτό που δε φαινότανε για νύχτα ή για μέρα.
Την είχε χάσει.
Την όμορφη νεράιδα που του ψιθύριζε τραγούδια. Κοίταξε πέρα το ξερονήσι που ανέβαινε απότομα ψηλά και δε πατούσε ανθρώπινο πόδι. Μονάχα γλάροι είχαν φωλιές στις χιλιάδες τρύπες του.
Έφερε στο μυαλό του τα χρόνια που έζησε χωρίς αυτήν. Είχε γίνει ρεαλιστής, κορόιδευε τα ποιήματα και τα γραφτά του. Ξυπνούσε και κοιμόταν σε καθορισμένες ώρες και σε καθορισμένες ώρες διασκέδαζε μετρημένα.

Άκουσε πάλι το πέταγμα της φυγής της. Ένα περιστέρι που πετά απαλά μέσα στη νύχτα. Την θυμήθηκε πανέμορφη να κάθεται πάνω στους βράχους και να πλέκει περιδέραια από κοχύλια. Του έφτιαχνε περιδέραια, ακόμη κι όταν εκείνος έκανε έρωτα με άλλες, ακόμη κι όταν σήκωνε τα μανίκια του και έπλενε τα πιάτα στον νεροχύτη.
Καμιά φορά, έκλεινε απότομα την βρύση, γυρνούσε προς τους βράχους που βρισκόταν εκείνη και της φώναζε...
-Φύγε! δε γίνεται ν' αγαπήσει άνθρωπος νεράιδα!
Αυτή χαμογελούσε. Ο άνεμος έπαιζε με τα μαλλιά της -πόσο μικρή έμοιαζε όταν ο άνεμος έπαιζε με τα μαλλιά της- και εκείνος έφευγε θυμωμένος, βροντώντας πίσω του τη πόρτα.
Όταν επέστρεφε, την έβρισκε κλαμένη. Δε της μιλούσε τότε. Μόνο ξάπλωνε δίπλα της και παρατηρούσε τα χέρια της που συνέχιζαν να πλέκουν περιδέραια από κοχύλια. Πόσα τέτοια δεν είχε πλέξει! Μετά γυρνούσε και του τα φόραγε κι ας ήξερε, πως αν χτυπούσε το κουδούνι κι έρχονταν επισκέπτες, εκείνος θα σηκωνόταν απότομα, θα τραβούσε απ' το λαιμό του τα περιδέραια και θα τα πετούσε στο τοίχο, με τα κοχύλια να σπάνε και να σκορπίζουν στους βράχους...
-Φύγε! Δε γίνεται ν’ αγαπήσει άνθρωπος νεράιδα!

Κάποιες φορές δεν άνοιγαν σε κανέναν. Κι ας χτυπούσε το κουδούνι. Τότε έγραφαν στίχους. Μπορούσε να γεννήσει πανέμορφους στίχους εκείνη, μα επειδή δεν είχε την δικιά του ματαιοδοξία, τον διόρθωνε μόνο, όταν εκείνος έγραφε κάτι πολύ ανόητο. Όταν όμως θυμόταν κάποια ωραία θνητή και προσπαθούσε να γράψει γι' αυτήν, η νεράιδα σηκωνόταν και χανόταν στους βράχους.
-Είσαι ζηλιάρα! της φώναζε και πετούσε τη σελίδα στη θάλασσα.
Την περίμενε κι όταν αυτή δεν ερχόταν, έπιανε το παλτό του και χανόταν στη πόλη.

Επέστρεφε συνήθως αργά και λίγο μεθυσμένος κι εκείνη έτρεχε κοντά του. Έπλεκε τα χέρια της στο λαιμό του και σηκωνόταν να τον φιλήσει, όχι τόσο για να τον φιλήσει, όσο για να δει αν έχει στο γιακά κραγιόν ή αν μυρίζει γυναικείο άρωμα.

Άκουσε πάλι το πέταγμα της φυγής της. Ένα περιστέρι που πετά απαλά μέσα στη νύχτα. Ξεκούμπωσε το πουκάμισο και το πέταξε. Έβγαλε τα παπούτσια, τις κάλτσες. Απόμεινε γυμνός στην άκρη του πιο επικίνδυνου βράχου.
Η βροχή άρχισε να πέφτει ξαφνικά. Ρυάκια πάνω του, στα μαλλιά, το πρόσωπο, το στήθος, τους μηρούς.
Άκουσε πάλι το πέταγμα της φυγής της...

Πήρε μια πετσέτα και την έφερε στο πρόσωπό. Έμεινε ώρα έτσι. Όταν σκουπίστηκε και άνοιξε τα μάτια, βρισκόταν μπροστά στο μεγάλο καθρέφτη του δωματίου. Η κουρτίνα, σάλεψε λίγο από το δροσερό αεράκι της ανοιχτής μπαλκονόπορτας. Από μέσα, άκουσε τις σιγανές ομιλίες των δυο του παιδιών, που έπαιζαν ήσυχα στο σαλόνι…

1996






Κίρκη

Στην αμμουδιά -που μερεμέτιζαν οι σύντροφοι
το πλοίο της φυγής- καθόλου δεν εφάνη
μα ούτε στα παλάτια της
μονάχος του τις ερημιές, αγρίμι αναμετρούσε
και τα καλέσματά της -για δείπνα, μουσικές
και τελευταίες αγκαλιές- με πείσμα απωθούσε...

-Κι αν είναι εδώ η Ιθάκη μου;
κι αν είναι η Κίρκη μια νέα Πηνελόπη;
Να, στα σκοτάδια κιόλας, ένας αγέννητος Τηλέμαχος
με λύπη με κοιτά και να τον αναστήσω
καρπίζοντας τα σπλάχνα της, με αγωνία περιμένει...
Μήπως να μείνω εδώ;
Μήπως να δω κι εγώ έναν Τηλέμαχο
από μικρό να μεγαλώνει;
Μήπως για πάντα να ξεχάσω
το εξοντωτικό κι αμφίβολο ταξίδι;

..................................

Αύγουστο όμως, αποχαιρέτησε την Κίρκη
ενέδωσε στης Πηνελόπης το κάλεσμα το μακρινό
και στην οδυνηρή, του πρώτου Τηλεμάχου νοσταλγία
(έτσι κι αλλιώς το ήξερε... και μέσα στη δική της αγκαλιά
στη μαγική της λήθη, χαμένος στα χρυσαφένια της μαλλιά
στης ηδονής το ξέσπασμα και στα γλυκά
σαν σύκα ώριμα φιλιά -το ήξερε-
η Ιθάκη θάχε τον τελευταίο λόγο
σε τούτο το ταξίδι...)

Τώρα στη πλώρη στέκεται μισός
όχι, δεν είναι εύκολο να παρατάς μια μάγισσα
μια Κίρκη...
μια Καλυψώ...
ας είναι και μια άσημη Μαρία...

-Αύγουστος 2011-






Η λίμνη

Πώς εγκλωβίστηκες στον βυθό αυτής της παράξενης 
λίμνης... ο πάγος ήρθε απρόσκλητος από ψηλά
και φίλησε τα πάντα μέχρι τα έγκατα...

Eκεί που όλα μύριζαν ζωή
δεν είδες γύρω τις χαραγματιές
σε κύκλωσαν αργά λευκοί κεραυνοί
μικροί και αθόρυβοι -σχεδόν ύπουλοι-
τόσο που δεν άκουσες τους τριγμούς
τόσο που δεν ένιωσες τη θερμοκρασία να πέφτει
μέχρι που έπηξε γύρω σου το νερό
κι ακίνητος έμεινες σ' αυτήν τη θέση
ολόγυμνος στον βυθό με το καμάκι στο χέρι
έτοιμος να χτυπήσεις τον στόχο
που λάμπει εμπρός σου, ολόχρυσο ψάρι

-σαν κάτι όνειρα παλιά 
που θες όσο τίποτα να τρέξεις μα τα μέλη αρνούνται
ενώ η καρδιά πάλλεται μέσα σου ζεστή και κόκκινη...
και το ατρόμητο ψάρι εκεί, ολόχρυσο, στραφταλιστό
την καμακιά, το τελειωτικό χτύπημα
κοροϊδεύοντας περιμένει-

Θολό το τοπίο, γύρω σκιές και τα φύκια
που έχουν πάψει κι αυτά να σαλεύουν
τα πεταμένα από χρόνια σκουπίδια -μπουκάλια
προφυλακτικά και σκουριασμένοι τενεκέδες-
κι αυτό το κρεβάτι που έχει πέσει κάπως λοξά
στην άκρη, της υδάτινης χαράδρας
και πάνω του ένα τρομαγμένο αγόρι
-έρημο κι αυτό, σαν κάκτος-
με μάτια κόκκινα, φλογισμένα
κρατώντας το χέρι μιας θεάς αγαπημένης
βλέπει να ροδίζει ντροπαλά η υποκρισία
κάτω από τη διάφανη, τους δέρματός της μεμβράνη...

Κι ο ήλιος ψηλά, πολύ ψηλά
ένα κίτρινο πυρακτωμένο σίδερο, θολό κι αυτό
σαν πεθαμένη ελπίδα...

Αυγουστος 2011




    `
Αστραπές

Μια καταιγίδα μ' απειλεί
όσο κι αν μένεις σιωπηλή
σαν έρχομαι σιμά σου

Όσα κρατάς για μένα εκλεκτή
μέσα στα μάτια σου αθέλητα φεγγίζουν
ερωτικές αναλαμπές και αστραπές
που προσπαθείς σα σύννεφο
αδέξια να κρύψεις...

Μοιάζεις με σύννεφο
που χρόνια σύναζε υδρατμούς
κι αόρατα τους πόθους...
κι αν χρόνια καρτερώ
τη καταιγίδα σου,
βιάση δε θέλει για ναρθεί
με μαεστρία μυστική
θα σε φυσήσω
γλυκά θα σ’ οδηγήσω
σε μιαν απόμερη γωνιά
παράνομο κλινάρι...

κι εκεί
ετοιμοστάλαχτη βροχή
λυτρωτικά θα αφεθεί
το διψασμένο σώμα μου
να το ποτίσει...

Μάιος 2009






Όνειρο ηδονής

Κοπέλα από αιώνες ξέχειλη
που επανήλθες ξάστερη, παρθενική
απόλυτη ομορφιά
με λογχερό φωνής τρεμούλιασμα
κι από πολλών αντρών
του βλέμματός σου το παιχνίδισμα
πάνω μου εστάθει
το χέρι απλώθει φτερούγα κύκνου
στήθος λευκό, αθώρητο, ο πειρασμός
για το ταξίδι...

Κι αν διστάζω...
σμίγουν οι κύκνοι του μέσα μας νερού
ανταύγειες πόθου μυστικού
πλέκουν λαιμούς, μουδιάσματα
μαλλιά στριφτά, χρυσά, απλωμένα
κι η πλάτη με το αυλάκι
-φιλιών μυρμήγκιασμα-
γυμνή...

Να ρέουν –φαντάσου-
τα χείλη μου
στη ραχοκοκαλιά σου...

Αναρριχούμαι στους μηρούς σου και σ’ ανοίγω
μαγευτικό κοχύλι
αφού τον ίδιο αιώνα πίνουμε
ο αιώνας αυτός
θα σωθεί, σαν κρασί...

Γιατί τόση έλξη
τόση λύπη γιατί
ανάμεσά μας αυτό το γυαλί...

(γραμμένο το 1995)








Ανεκπλήρωτος έρωτας

Πόσο ακόμη, απέχει η τόλμη από το βήμα μου
ν' αποφασίσω -νύχτας μιας- αποδημητικό ταξίδι
κάτω απ' των άστρων τη σιγή, πλεγμένος γύρω σου
φυτό αναρριχώμενο σε άγαλμα
που δοκιμάζει τα φτερά
πριν απ' το καίριο πέταγμα 
που θα με ξεριζώσει
και ξέψυχο μαζί, στους ουρανούς με πάρει...

Θάναι γενναία η νύχτα...
σφιγμένος πάνω σου θα σιγοσβήνω
μεθώντας από σένα κι από το σάλεμά σου
καθώς σώμα θα γίνεσαι ζεστό
κάτω απ' τα φύλλα μου, τα στερεμένα...

ναι, θάναι γενναία η νύχτα
καθώς το άδειο μου από σε θάχει γεμίσει
καθώς το εκμαγείο σου θα γίνω και θα σβήνω
κι ο άριζος θα χάνομαι γλυκά στους στεναγμούς σου
πρώτη φορά αντικρίζοντας θαμπά τους ίσκιους
που θα εγείρονται από το άνθη μου 
-σα μέλισσες- τα μαραμένα
μην έχοντας πια πού να κρυφτούν
μην έχοντας πια, τίποτα μέσα μου να πιουν
οι ίσκιοι, που αλλού θα μ' οδηγούν
εσένα αφήνοντας να προσπαθείς
απεγνωσμένα να λευτερωθείς
απ' τα αισθήματα που σε λατρέψανε
και σε τυλίξανε, πυκνά, ξερά κλαδιά...

(για δε μπορώ να αφήσω
τις δύο σπάνιες κι ανύποπτες αγάπες της
φωλιάς μου, πώς ν' αφήσω...
για μία νύχτα πλέρια πώς να πετάξω τη ζωή
ο δαμασμός του έρωτα
με χαλινάρια σύνεσης, αυτό απομένει)

Κρυφά θα κλαίω
καθώς τα ήσυχα νερά
στο ακρογιάλι της σπηλιάς μου 
θα σε φέρνουν...
πάλευκο σώμα κέρινο
που όσο θα ζω θ' αφήνεται 
στο εσώτατό μου κύμα 
με μια σπουδή στην όψη
ανεκπλήρωτου φιλιού...

1997







Συνάντηση

-Παλαιοί εραστές... έτη μετά. 
Μνήμες γυμνέςσφρίγους 
και κάλλους... εντός του ξύπνησαν-


Αστροφεγγιές ακόμη στα μάτια της
που τα χρόνια δε νίκησαν...
Τα χείλη -που κάποτε φίλησε- 
ολόιδια... ρόδα υγρά και δροσερά 
στου δειλινού τη δίψα...

(Αχ μια στιγμή... και πάλι να χανόταν
στο παρελθόν... στη μυρωδιά 
των μαύρων της μαλλιών 
και στων κορμιών τα ρίγη
...)








Γυναίκες καμπάνες

Δε μ' αρέσουν οι γυναίκες 
που φορούν παντελόνια
μοιάζουν σφαλιστές και ουδέτερες
φούστες ανάλαφρες να φορούν
να μοιάζουν με καμπάνες...

νάναι κοντινό 
και προσβάσιμο το σήμαντρο
στο επίδοξο χέρι
που θέλει να τις κάνει 
γλυκά να ηχήσουν...








Γυμνά κορμιά κι απαλλαγμένα

Βουβά τα έπιπλα
η ντουλάπα, το τραπέζι, τα χαρτιά
απ' το ταβάνι εν' ασβεστάκι πέφτει
σε μια καρέκλα φωλιάζει σιγαλά ο ποιητής
καπνίζει, ξεφυλλίζει, γράφει στίχους...
Έξω σα να ψιχαλίζει
βροχή και χώμα μύρισε...

Κανένα θαύμα, κανένα γεγονός ιστορικό
μόνο στον πίνακα απέναντι
έργο κάποιου παλιού ζωγράφου
γυμνά κορμιά κι απαλλαγμένα
στέκουν ακίνητα και όμως…
σπαρταρούν...


(γραμμένο σ΄ένα φοιτητικό δωμάτιο
στην Θεσσαλονίκη το 1988)







Μαύρο ρόδο

εικονική αυτοψία

Στα σκαλοπάτια ευρέθη...
Χέρια ανοιχτά και απλωμένα
μαλλιά να ρέουν στα σκαλιά, ολόξανθο ποτάμι
λαιμός, μάλλον εξαρθρωμένος
τα μάτια γυάλινα, προϋπαντούν βουβούς
και ήρεμους αγγέλους...
 
Ως σύνολο, απέριττη
ρόδο μαύρο πεταμένο, εις την ακμή του επάνω
στον έντονο χρωματισμό, την πιο καλή του ώρα
η γόβα -το μόνο σκόρπιο πέταλο- 
παράμερα ριγμένη...


Η γιορτή

Ω μαύρο ρόδο! Ωραίοι σε επόθησαν
και τυχεροί σε κράτησαν στα χέρια
μα πάνω που άναβε η γιορτή
με άγνωστη έφυγες κυρία
μνηστήρες απογοητεύοντας πολλούς 
(μικρή όμως ανησυχία
άλλες θα είχαν νύχτες 
και άλλη ευκαιρία)...
Σας είδαν στην εξώπορτα 
πόθου φιλιά να δίνετε
νύχτα κινώντας άνομη, λαθραία
νύχτα μοιραία...


Το έγκλημα

Ω μαύρο ρόδο! Η μοναξιά σε ζήλεψε
σε πήρε απ' τη γιορτή, αυτή ήταν η κυρία!
Αδίστακτα εχλεύασε ανδρών επίδοξων την προσμονή και καρτερία
η άσπλαχνη σε γέμισε αηδία
σε πλάνεψε η άτεγκτη με χάδι ακραίο
μα πριν ακόμη έρθει η αυγή
κι αφού ηδονικά σε μύρισε για μια στιγμή
στα σκαλοπάτια σ' έριξε
ρόδο νεκρό κι ωραίο...

-Μελέτη πάνω σε μια φωτογραφία
Αύγουστος 2011-






Στιγμές της νύχτας

Όμως
γιατί ν' αξίζει τo ταξίδι
αν δεν αφήσεις
στιγμές της νύχτας να σε κρίνουν

τις μυρωδιές του γιασεμιού και τις σιωπές
να σου θυμίσουν
πως όλα τάχεις

μα είναι όλα τους μισά
γιατί οι σκιές που σ' άγγιξαν
και οι κρυμμένοι πόθοι
σκορπίσανε στους δρόμους

2002


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Πρώτη κριτική Μάνου Τασάκου για μέρος των ποιημάτων του Γιώργου Πύργαρη

  (Το ιστορικό της κριτικής του κ. Τασάκου... Είχα ζητήσει στις 26 Ιανουαρίου 2020 σε προσωπικό μήνυμα στο fb, στον κ. Τασάκο να ρίξει μια μ...