Τρίτη 21 Απριλίου 2026

Ιστορικά


(Στα ιστορικά μου ποιήματα, ο ποιητής που μιλά, είναι ένας ταξιδιώτης του χρόνου ή καλύτερα ένας λαϊκός ανταποκριτής της εποχής του, αρκετά οξυδερκής όμως, ώστε να επιλέξει με σοφία το θέμα του και να παρουσιάσει όσο το δυνατόν περισσότερες πλευρές του. Μεταφέρει τα γεγονότα λιτά, όπως θα τα έλεγε στους θαμώνες ενός καφενείου, έχοντας απόλυτη εμπιστοσύνη στο λαϊκό ένστικτο και στο λαϊκό αισθητικό κριτήριο. Ναι, ίσως εδώ συνεχίζω τον δρόμο του Καβάφη, αλλά έχοντας πιστεύω κατακτήσει κάποια προσωπική χροιά και σφραγίδα. Μιλώ φυσικά, μόνο για τα ιστορικά μου ποιήματα, γιατί θεωρώ, πως η ίδια η ιστορία, πετυχαίνει κάποιες φορές αξιολογότατες ποιητικές κορυφώσεις, τις οποίες θα πρέπει απλά να τις εντοπίσει κανείς και να τις αποδώσει με τον προσωπικό του τρόπο. Λιτά και ουσιαστικά...)






1. Επίσκεψη στην αρχαία Ασίνη...

   Ο βασιλιάς της Ασίνης.... 
   Ποίημα-επίτευγμα. Το ήξερα χρόνια. Το διάβαζα χρόνια. Το μελετούσα χρόνια. Κάθε του στίχο, κάθε του γράμμα. Και την παραμικρή ανωφέρεια και κατωφέρεια. Και την παραμικρή λεπτομέρεια. Το κουβαλούσα πάντα μαζί. Μέσα μου. Ήξερα ότι ο Σεφέρης το πάλευε δύο χρόνια. Μα πηγαίνοντας στην Αλβανία ξέχασε τις σημειώσεις του. Το δούλεψε λοιπόν χωρίς αυτές. Και του βγήκε ξαφνικά σε μια νύχτα. Ποίημα-επίτευγμα. Για τη φθορά, το κενό, την απουσία, τον θάνατο. Που είναι κάτι παραπάνω από σίγουρος. Σ’ αυτόν τον λόφο, σ’ αυτό το κάστρο στάθηκε όρθιος απέναντι στην τραγική επίγνωση. Του αμετάκλητου τέλους του. Του αμετάκλητου τέλους των πάντων. Κι ο ποιητής ένα κενό...
  Πέρασαν χρόνια. Ένα χειμωνιάτικο Σαββατοκύριακο βρισκόμουν στο Ναύπλιο. Το πρωί της Κυριακής αποφάσισα να κάνω μια βόλτα προς Τολό. Απρογραμμάτιστα. Δεν ήξερα πού θα πήγαινα. Ο καιρός άσχημος. Μπερδεμένος. Αναποφάσιστος. Μια έφερνε καμία ψιχάλα, μια πήγαινε ν' ανοίξει. Μα ούτε άνοιγε. Σύννεφα έτρεχαν στον ουρανό, αφήνοντας ενίοτε να φαίνεται ένας αδύναμος, βαριεστημένος ήλιος. Και φυσούσε. Ξαφνικά εμπρός μου μία ταμπέλα. ‘’Αρχαία Ασίνη’’! Η καρδιά μου φτερούγισε. Έστριψα και προχώρησα στον χωματόδρομο που με έβγαλε δίπλα από τον λόφο της αρχαίας Ασίνης. Έσβησα. Φυσούσε. Πήρα το μονοπάτι και ανέβηκα. Στον λόφο που ύψωσε σε ιερό ο Σεφέρης...
   Από το μέρος του ήλιου ένας μακρύς γιαλός ολάνοιχτος...
  Πράγματι! Από το μέρος του ήλιου ένας μακρύς γιαλός ολάνοιχτος. Την πρώτη στιγμή που τον είδα, μια λάμψη αχτίδων χύθηκε από ψηλά πάνω στα κύματα, που έπεφταν ανάγλυφα και θολά στη καφετιά ευθύγραμμη αμμουδιά...
   Και το φως τρίβοντας διαμαντικά στα μεγάλα τείχη...
  Ήμουν λοιπόν εκεί! Είχα βρεθεί ξαφνικά, ίσως όχι σε έναν πραγματικό τόπο, αλλά στη μέση ενός ποιήματος! Από τα ωραιότερα που είχα διαβάσει ποτέ. Ψυχή τριγύρω! Φυσούσε. Άρχισα να περπατώ αργά. Τι γύρευα σ’ αυτήν την ερημιά; Τον βασιλιά της Ασίνης; Τα χνάρια του Σεφέρη; Ένα στεγνό πιθάρι στο σκαμμένο χώμα; Εμένα, το κενό μου ή μια εντάφια προσωπίδα;
   
   Πίσω από τα μεγάλα μάτια τα καμπύλα χείλια τους βοστρύχους
   ανάγλυφα στο μαλαματένιο σκέπασμα της ύπαρξής μας
   ένα σημείο σκοτεινό που ταξιδεύει σαν το ψάρι...

  Τι γυρεύει τελικά η ψυχή μας; Μήπως γυρεύει τσιρίζοντας τον άλλον κόσμο; Τσιρίζοντας! Μα πώς του ήρθε αυτή η λέξη; Σε πάει πιο μακριά από κει που περιμένεις. Μήπως έγραφε με κερί και ανοιχτό παράθυρο; Μήπως έμεινε κάμποσα λεπτά, κολλημένος στη φράση ‘’κι η ψυχή που γύρεψε...’’ ψάχνοντας εναγώνια την επόμενη λέξη; Μήπως ξαφνικά φύσηξε από το ανοιχτό παράθυρο, η φλόγα τρεμόπαιξε...τσίριξε λίγο πριν σβήσει και κει ακριβώς η αναλαμπή... Τσιρίζοντας! ‘’ η ψυχή που γύρεψε τσιρίζοντας τον κάτω κόσμο...’’!! Καταπληκτικό! Σε πάει μακριά, εκεί που δεν το περιμένεις. Σου φανερώνει αλήθειες που δεν τις περιμένεις. Ένα κερί. Το ανοιχτό παράθυρο. Ο αέρας. Ο Σεφέρης στην Αλβανία και... ο Όμηρος... τρίζουσαι ποτέονται...
  Κοίταξα πέρα μακριά, τα πλοία στο άφαντο λιμάνι που ήταν και δεν είναι. Όλα μαζί γραμμή. Πήγαιναν στην Τροία. Ήμουν κι εγώ εκεί; Ή κάποιος άλλος πίσω μου, που μούδωσε το αίμα του; Και μου μιλά μέσα απ’ αυτό το αίμα; Τι γυρεύαμε στην Τροία ακολουθώντας αδιαμαρτύρητα τον βασιλιά μας; Για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη... Όχι ας μη φύγω από δω, ας μη μεταφερθώ σε άλλο ιερό... Ας μείνω. Σ’ αυτόν τον βράχο. Σ’ αυτό το χάσμα του χρόνου... Τριγυρνούσα ανάμεσα στα βράχια και τις πέτρες σα ξωτικό, παρακολουθώντας το δράμα της εξαφάνισης... της απουσίας. Ανθρώπων, βασιλείων, πολιτισμών. Πέτρες τριγύρω. Υποψία τειχών και όχι ακριβώς τείχη. Ποιος σκοτεινός Θεός τα γκρέμισε; Πιο κει μια τρύπα παράταιρη, ένα κρυφό πηγάδι. Νάταν από κει... νάταν απ’ αυτήν τη σκοτεινιά που ξεπήδησε ξάφνου η νυχτερίδα του και χτύπησε στο φως σα σε ασπίδα; Κι η νυχτερίδα ένα κενό. Έκσταση! Λείπουμε κιόλας. Έχουμε ήδη φύγει!...

   Μένουμε τώρα ανυπόστατοι λυγίζοντας
   σαν τα κλωνάρια της φριχτής ιτιάς 
   σωριασμένα μέσα στη διάρκεια της απελπισίας...

   Ο Βασιλιάς της Ασίνης ήταν εδώ ακριβώς που πατώ! Οι στρατιώτες του με τις αστραφτερές πανοπλίες ήταν εδώ ακριβώς που πατώ! Οι υπηρέτες του, οι γυναίκες του, εδώ! Πάνω σ’ αυτά τα βράχια, μέσα σ’ αυτά τα τείχη, να κουβαλάνε λάδια, φρούτα και πιθάρια! Μια λέξη μόνο. ‘’Ασίνη τε...’’ Φτάνει μια λέξη για να σε σώσει; Ναι, αν την έχει γράψει ή την έχει προφέρει ο Όμηρος...Ο Σεφέρης ήταν εδώ! Κοιτάζω γύρω. Κανείς! Ολομόναχος. Πάνω σ’ αυτόν τον λόφο, μέσα σ΄αυτό το ποίημα! Πού πήγαν όλοι; Μόνος! Αγγίζω τις πέτρες για ν’ αγγίξω την αφή τους από την άλλη μεριά. Υποψιαζόμαστε άραγε ο ένας την παρουσία του άλλου; Στέκομαι για λίγο στη λέξη ''σκουτάρι''. Σηκώνω τα δάχτυλα, την ακουμπώ. Γκρίζα, σκουριασμένη, πολύτιμη λέξη. Σαν παλαιό άροτρο παρατημένο πια σε μιαν άκρη μα αίφνης πολύτιμο σαν εύρημα, γιατί το έχουν φτιάξει, το έχουν προφέρει αρχαία, άφαντα χείλη... Κι έχει οργώσει εκατοντάδες χρόνια τη μνήμη...
  Καταργώ τον χρόνο. Οι άκρες των δαχτύλων μας ενώνονται. Ξαναθυμάμαι!... Κάτι πουλιά φτερουγίζουν αδιάφορα ανάμεσα στους θάμνους. Σκηνώματα! Σκηνώματα ζωής...
  
   Βέλος στον μήλιγγα. Από περίπολο Τρώων... Την ώρα που πλενόμουν. Κι η τέφρα, τα κόκαλά μου θαμμένα εκεί... Με έθαψαν οι σύντροφοι την ώρα που βασίλευε ο ήλιος -στάδια είκοσι από τα τείχη-... τοποθετώντας δίπλα μου κάτι φτωχά κτερίσματα.... Καμιά... καμιά εντάφια προσωπίδα. Δε γύρισα πίσω... Δε μ’ είδε ξανά η μαυρομάτα. Μα τότε... γιατί εδώ; Μόνος, σ’ ένα σωριασμένο βασίλειο ενώ φυσά ακατάπαυστα;.... Ποιος είμαι;... Ποιος τελικά είμαι; Μήπως είμαι ο βασιλιάς;... Ο βασιλιάς της Ασίνης;... Ή μήπως ένας νεκρός πολεμιστής του;...
   Πήρα το δρόμο του γυρισμού. Στο αυτοκίνητο με περίμεναν η γυναίκα και τα παιδιά μου.Πώς από βασιλιάς, πώς από νεκρός πολεμιστής, βρέθηκα ξάφνου τόσο μπροστά στον χρόνο; Με μια γυναίκα και δύο παιδιά να περιμένουν, να τα πάω με αυτοκίνητο σ’ έναν παιδότοπο στο Ναύπλιο; 
Βέλος στον μήλιγγα. Το τελευταίο που θυμάμαι, πως είχα σκύψει να πλυθώ...





 2. Η απολογία του Οδυσσέα

i

-Του Λαέρτη ο καταραμένος γιος
που τα καλύτερα παιδιά μας, για πόλεμο ξεσήκωσε
σώος επέστρεψε, χαίρεται τώρα το παλάτι και το βιος του!
Τυλιγμένος στη δόξα και την αίγλη του
την... πόρνη αγκαλιάζει  Πηνελόπη
πάνω στο αίμα το νωπό, των άτυχων μνηστήρων!
Την πόρνη ναι, που ως σκύλα σ' ανομολόγητο οίστρο
άπλωσε παντού τη μυρωδιά της, όλα τ' αρσενικά
καλώντας -που έβραζε το αίμα τους- κοντά της...
Τώρα παριστάνει την πιστή στον Οδυσσέα
που σώος επέστρεψε... Εκείνος σώος!
μα τα παιδιά μας, από ψάρια φαγωμένα
Τρώες και Κύκλωπες. Και πούναι η δόξα;
Πούναι τα πλούτη και τα λάφυρα;
Τι κέρδισε η Ιθάκη, από τον ξένο πόλεμο;


ii

-Αυτοί που ξεχειλίζουνε κακία και φθόνο
φτύνοντας με το κρασί βρισιές και ξόρκια
για μένα, τον Τηλέμαχο, τη δόλια Πηνελόπη...
τάχα ποτέ ευρέθηκαν, στη θέση τη δεινή
του βασιλιά που πρέπει, σημαντικές να πάρει
για τη χώρα αποφάσεις;

Γι’ αυτούς ο κόσμος όλος η ειρήνη και τα σπίτια τους
κι η ηθική στενή, μέχρι τον φράχτη της αυλής τους
«Για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη»!
Μα πώς απ' το πρόσταγμα του κραταιού Αγαμέμνονα
η Ιθάκη η μικρή ν’ αποσκιρτήσει; Άπαντες πλην Ιθακιωτών;;;
Τώρα στους νικητές ανήκουν. Και των παιδιών τους τα παιδιά
χρόνια θα απολαύσουν, στη συμμαχία των Μυκηνών
τα δώρα της ειρήνης...

Χρυσαφικά και λάφυρα! Να τούτα δώ!
Τα μόνα που εσώθηκαν απ’ την εκδίκηση του Ποσειδώνα
τα δώρα των Φαιάκων, του βασιλιά Αλκίνοου, όλα δικά τους!
Μα δώρο μεγαλύτερο η δόξα της Ιθάκης
που μέχρι σήμερα δε γνώριζε κανείς
μα τώρα ως τα πέρατα και γενεές μπροστά
αιώνες θα γνωρίζουν...
Γιατί ο δικός της βασιλιάς, την Τροία την επτάκλειδη
μονάχα αυτός κατόρθωσε με πονηριά να ξεκλειδώσει
την όρεξη του αδηφάγου Σκάμαντρου, μια και καλή να κόψει
και τέλος σε φονικό ανώφελο, μονάχα αυτός εμπόρεσε να δώσει...

Και τα παιδιά τους περισσότερο παιδιά μου
πρώτος τα έκλαιγα, πρώτος εσπάραζα καθώς
στο αντρειωμένο στήθος τους, υπόκωφα χτυπούσε η πληγή
το κύμα τους κατάπινε ή πέφταν έκπληκτοι σ' αδίστακτα σαγόνια
-τι πιο βαριά κατάρα, μετά από τέτοιο δέσιμο
τους ακριβούς συντρόφους σου να χάνεις
μετά από τόσα που είδες μαζί τους πρωινά
ρημάδι να γυρνάς και έρμος στην πατρίδα
μνήμες χωρίς αναπαμό, γι' αυτό τρελός τις νύχτες
λουσμένος στον ιδρώτα μου, τους κράζω
γιατί είναι άδεια η καρδιά
κι ασήκωτη στους ώμους μου η δόξα-
Παρηγοριά μου μόνη, πως ζούνε μέσα μου
αφού καθώς εσβήναν, το τελευταίο βλέμμα το θολό
σε μένα τον ανήμπορο οι δύστυχοι χαρίζαν
γι' αυτό, ήλιοι στο αίμα και τα μάτια μου
λαμπρές οι σύντροφοι κολώνες
στο έπος και στη θύμηση
στη δόξα της Ιθάκης...

Οκτώβρης 2011





3. Ερμότιμος 

- ...πως πρόσθεν Αιθαλίδης, ητ΄ Εύφορβος, είτα Ερμότιμος
είτα Πύρρος γένοιτο. Επειδή δε Πύρρος απέθανε
γενέσθαι Πυθαγόραν και πάντων των ειρημένων μεμνήσθαι. -

Διογένης Λαέρτιος


Ταράχτηκε ο Ερμότιμος
μες στο ναό του Απόλλωνος 
στην όμορφη Βραγχίδα...
ανάμεσα στα τόσα αναθήματα
συγκινημένος κοίταζε, μίαν παλιάν ασπίδα
(σάπιο σχεδόν το ξύλο της
μόνο μιαν ελεφάντινη ξεχώριζε μορφή
και κάτι γράμματα αχνά
με διάφορη, στην άκρη της γραφή:
Τω Απόλλωνι... Μενέλαος)

Μα ήταν δική του! (κι ας έγραφε)
Την είχε αιώνες πριν ως... Εύφορβος
της Τροίας... Θυμήθηκε το πρωινό
που την παρέλαβε γυαλιστερή
θυμήθηκε τις μάχες, την ελπίδα
μα και του Μενελάου το σπαθί
που τούκοψε ξάφνου τη ζωή...

Θυμήθηκε τις μέρες τις παλιές
και τις καλές (πριν να φανούν οι Αχαιοί)
τις ευωδιές του Σκάμανδρου
τους φίλους, την Ατθίδα...
και έκλαψε ο Ερμότιμος 
πάνω απ' την ασπίδα
γι' αυτά που χάθηκαν
για τη φθορά των ζωντανών 
παίγνιων χρόνου και θεών... 

Αυτά ο Ερμότιμος...
Που κι Αιθαλίδης ήταν 
και θα γινόταν Πύρρος 
(ένας ψαράς στη Δήλο)
κι αργότερα, ως Πυθαγόρας 
την ανθρωπότητα θα θάμπωνε.
Μα με το δώρο... (ή την κατάρα;) 
του Ερμή
να ενθυμείται κάθε του ζωή
δεν ήξερε πού πήγαινε 
και προπαντός ποιος ήταν...

14/12/2021





4. Αντίποινος ο Θηβαίος

-... ταφῆναι δὲ ἐντὸς τοῦ ἱεροῦ 
θυγατέρας Ἀντιποίνου λέγουσιν 
Ἀνδρόκλειάν τε καὶ Ἀλκίδα... -

                                               Παυσανίας


Ναυάγιο της ζωής
κατήντησε ο Αντίποινος
(ο πάλαι ποτέ επιφανής
άρχοντας Θηβαίος)

Γιατί αποδείχθηκε δειλός
σαν έφτασε στη Θήβα ο χρησμός...
"Ένας επιφανής ν' αυτοχειριασθεί
για νάχει με τους Ορχομένιους
αίσια έκβαση η μάχη!"...

Δε δέχτηκε επ' ουδενί 
να χάσει τη γλυκιά του τη ζωή
για να νικήσουν τους εχθρούς
οι συμπολίτες του Θηβαίοι...
Μα το χειρότερο, είδε τις κόρες του
να κόβουν τον λαιμό τους στον βωμό 
ώστε να σώσουν την τιμή 
της ξακουστής γενιάς τους...

Έκτοτε, τον πήρε ο κατήφορος...
ράκος, γυρίζει τις νύχτες στα στενά
ακόμη κι απ' τους σκύλους
της Θήβας μισημένος...

(και όλα αυτά...
από τον σαδισμό ενός παπά
από τον άρρωστο χρησμό 
μιας μαστουρωμένης)

16 Φεβρουαρίου 2022







5. Ο Κολοσσός

Δώδεκα χρόνια μάτωναν οι Ρόδιοι
το θαυμαστό το τάμα
στον Ήλιο να εκπληρώσουν
σκλάβοι τσακίστηκαν από ψηλά
στοιβάζοντας στα σπλάχνα του
σίδερα και πέτρες...
μέχρι κι ο γλύπτης Χάρης
ευθύνη τέτοια, άλλο μη βαστώντας
(πόσα να δώσουν και τα παρατημένα όπλα 
του δόλιου Δημητρίου)
τρελάθηκε μια νύχτα 
και τη ζωή του έκοψε μ΄ ακονισμένη λάμα
λογαριασμούς λερώνοντας και σχέδια...
Συνέχισε ο Λάχης, που τέλος τα κατάφερε...

Ακτινωτό διάδημα στην κεφαλή
θεόρατο τόσο πούκοβε την ανάσα...
Θάμπος! Δέρμα από μπρούτζο
αστραφτερό στον ήλιο, ολόγυμνο
με τόνα χέρι σκίαζε το φως
με τ΄ άλλο τον χιτώνα του κρατούσε
σα μόλις να σηκώθηκε από ερωμένης κλίνη...

Επίσημα παρέδωσαν οι Ρόδιοι, το τάμα στον Θεό
και ναύλωσαν περήφανοι τριήρεις
στα πέρατα να πάνε το φοβερό μαντάτο...
''Θαύματα κάνουν μονάχα οι Θεοί κι οι Ρόδιοι!''

Σεισμός, χτύπησε και σώριασε το άγαλμα
που έγινε κομμάτια
και το μαντείο... ''μην κίνει τα κείμενα''...

(Χρόνια αργότερα...
εννιακόσιες καμήλες επιδρομέων αράβων
πουλούσαν στη Συρία τα χίλια κομμάτια του
για σκεύη και όπλα...)

2005








6. Αρχιμήδης

Πόσοι αιώνες
και αίματα ευγενικά
να συμμαχήσουν έπρεπε
να χάσουν δρόμους, να τους βρουν
για να γεννήσουν τελικά
το σπάνιο φως... 

που ένας άξεστος
ένας συνήθης
το μάτωσε μ' ένα σπαθί...
σε μια στιγμή το έσβησε ο αήθης

(Κι ούτ' ένας άγγελος εκεί
ούτ' ένας άγγελος)...

27 Ιαν. 2022










7. Περίλαος γλύπτης

Την τέχνη όλη έβαλε 
ο γλύπτης ο Περίλαος
για να κερδίσει την ευμένεια
(και βέβαια το χρυσάφι)
του τυραννίσκου Φάλαρη...

Τον ταύρο, τον μεταλλικό
εμπρός του με καμάρι παρουσίασε
και του εξήγησε, τι θάνατο οικτρό
θα είχαν οι εχθροί του 
εάν τους κλείδωνε στην κούφια του κοιλιά
και άναβε από κάτω μια φωτιά...

Όμως λογάριαζε χωρίς τον βασιλιά...
Στην αποτρόπαια μηχανή... για δοκιμή
πρώτα εκείνον έψησε ο τύραννος!

(Άραγε, τέτοιος ν' αρμόζει θάνατος
σε... καλλιτέχνες
που αντί το ωραίο να ποιούν
το δίκαιο να γυρεύουν 
τερατουργήματα γεννούν 
κι υπηρετούν τυράννους;

18 Νοεμβρίου 2022







8. Κλέωνες

Παραδομένη η πλατεία
σε κάτι απίθανους δημαγωγούς, σε κάτι Κλέωνες
που αναρριχήθηκαν, στην κομπορρημοσύνη
ακροβατώντας και στη συκοφαντία
άνθρακες, που κόμιζαν οι θησαυροί
κοπανιστός αέρας οι λαγοί
και φρούδα πετραχήλια
(τώρα κάνουν, όσα στους άλλους μέμφονταν
και έργα συνεχίζουν, που ενάντιά τους κάποτε
είχαν ξεσαλώσει)

Τι κι αν εγράφησαν «Ιππείς»
τι κι αν εμίλησε κι ο Θουκυδίδης
μήπως διδάχθηκε κανείς;
Σε χέρια φαύλων και ημιμαθών η ιστορία.
Με του αιμοδιψή λαού την ανοχή
-που τους δικαίους από φθόνο παροπλίζει-
οι Κλέωνες ζουν και βασιλεύουν

Μονάχα λίγοι σώφρονες την κεφαλή
με λύπη και περίσκεψη, κουνάνε στην κατάντια
το κύρος λαχταρώντας το παλιό
ή έστω την επιστροφή
του μετριοπαθούς Διόδοτου…

Νοέμβρης 2011











9. Μιλήτου Άλωσις

-Δύναται ένα έργο τέχνης 
να αλλάξει την ιστορία;-


Kαλά του κάναμε του Φρύνιχου
και πρόστιμο του βάλαμε 
κι απαγορέψαμε το έργο 
που μας εθύμισε οικεία κακά
εμπρός μας φανερώνοντας
τόσα των Μιλήσιων δεινά
κάνοντάς μας στις εξέδρες 
να πονούμε και να κλαίμε γοερά...

Καλύτερα οι μύθοι... τα παλιά
παρά τα δράματα τ' αληθινά 
άσε που όλα ήταν 
του Θεμιστοκλή μια πονηριά...

(Όμως, μήπως αυτό το έργο τελικά
μας γλίτωσε απ' τους Μήδους
κι από χειρότερα κακά;)

13/10/2020









10. Η μοίρα μας

''Η μοίρα μας χυμένο μολύβι
δε μπορεί ν΄ αλλάξει
δε μπορεί να γίνει τίποτε''

Γ. Σεφέρης



Η μοίρα μας πάντα στα στενά
πικρά να φέγγει
να πλενόμαστε με αλισίβα το πρωί
να χτενιζόμαστε
κνημίδες να γυαλίζουμε και θώρακες
όπως συνηθίζουν οι αποφασισμένοι
χωρατά μιλώντας τάχα
σα να πρόκειται για μας
να ξαναξημερώσει...

Γιατί το ξέρουμε!
Το απόγεμα δε θάμαστε
παρά άψυχα κορμιά σιμά στους βάλτους
παρατημένα στη σκόνη των ορδών
και πατημένα
από τα πόδια τα βαριά
των ελεφάντων...

Αυτή η μοίρα μας...

(κι οι Εφιάλτες ζωή χαρισάμενη
στις αυλές των Δαρείων
τα παιδιά τους στα ''Κέιμπριτζ''
προδοσία σπουδάζουν
τώρα που κι αυτή
προβιβάστηκε σ΄ επιστήμη)

(2006)







11. Θερμοπύλες

γράμμα ενός στρατιώτη

-Ως πότε οι γενναίοι
των ενόχων θα είναι
το λευκό άλλοθι-


i
Λιγόστεψαν πια αυτά που καρτερώ, στις Θερμοπύλες πατέρα
χάλασε το κορμί μου η αναμονή. Πονάω πριν τις βροχές
και τρίβω τους αστραγάλους με λάδι -όπως οι γέροι παλιά-
με πειράζει κι η θύμησή σου, να περιμένεις τη μεγάλη μου νίκη
εφημερίδες στο καφενείο κάθε μέρα διαβάζοντας.
Όμως εγώ πολυμήχανος της εποχής, ποτέ δεν υπήρξα
ούτε σήκωσα Δούρειους ίππους, άλλους να κάψω...
Οδυσσεύς της συμφοράς θα μου πεις
αφού δε μπόρεσα ποτέ να στηρίξω μια νίκη
πάνω σε άλλων δυστυχία
-ίσως γι’ αυτό να έγινα, της άμυνας στρατιώτης-

Μα η πικρή αλήθεια πατέρα, είναι πως εχθρό ακόμη δεν είδαμε
αντί τους Πέρσες, κουνούπια απωθούμε, με όπλο μας το Αουτάν
χρόνια καθόμαστε άπραγοι, καταστρώνοντας σχέδια
δοκιμάζοντας τα νεύρα μας όλη μέρα
μας έχει τρελάνει αυτή η αναμονή
και οι ανιχνευτές μετά από μέρες
ωχροί γυρίζουν με άδειο βλέμμα...
Ακονίζουμε σπαθιά και ακόντια, μα εχθρός πουθενά
όλο νομίζουμε πως έρχεται μέσα σε σύννεφα σκόνης
και τρέχουμε ασθμαίνοντας στις γραμμές
μα τίποτε άλλο απέναντι τελικά
παρά ο ψεύτης αέρας...

ii
Καθώς φαίνεται ο Ξέρξης μας περιφρονεί, δε μας υπολογίζει
ίσως πάλι, ποτέ να μη ζήλεψε όσα τάξαμε εμείς να φυλάμε
ή μπορεί να πέρασε κιόλας, χωρίς να πάρουμε είδηση
και ήδη να μας κυβερνά...
(Πάντως εδώ ευρέως ψιθυρίζεται
πως οι μάχες δε δίδονται πια σε Θερμοπύλες
μπορεί με τα τηλέφωνα να κανονίζονται
των πόλεων  οι παραδόσεις
σ’ εχθρούς που τις κατέχουν
χωρίς να φαίνονται ποτέ)...
Οπότε νίκες από μας μη καρτεράς
ή τρελοί θα γυρίσουμε ή καθόλου
-γιατί γυρισμός χωρίς μάχη
στο σπίτι, είναι πατέρα ντροπή-

Φίλησέ μου τη μάνα -θάχει πολύ γεράσει-
και τον άρρωστο αδερφό
(πόσο νοστάλγησα τη μουριά στην αυλή
κι έναν καφέ στη σκιά της!)

Ξεχάστε με τώρα, βγάλτε τα πέρα μόνοι
ίσως λιποτακτήσω και στα βουνά χαθώ
αν δε με βρούνε παγωμένο το πρωί
από συντρόφου χέρι...


Ο Υιός σου
στρατιώτης άκαπνος
Θερμοπύλες
έτη πολλά

2007










12. Λιποταξία

Το δόρυ μου, στην Τιθορέα πούλησα
για μια μπουκιά ψωμί 
-καθώς τρεις μέρες νηστικός
πούχα λιποτακτήσει-

Τον θώρακα που βάραινε
απ’ όλα πιο πολύ
τον άλλαξα στη Λιβαδειά
με μια μποτίλια κόκκινο κρασί
-που τόσο βαθιά ο καψερός
είχα επιθυμήσει-

Στην Ογχηστό...
κι από κνημίδες «ελαφρύνθειν»
-να κοιμηθώ σαν άνθρωπος
πρώτη φορά σε στρώμα-

Στη Θήβα άφησα, θηκάρι και σπαθί
-οκτώ χρονάκια φίλοι μου
πολλά χωρίς γυναίκα-

Τώρα τις ιστορίες μου
-στων Αθηνών τα καπηλειά
και στα χαμαιτυπεία-
βάνοντας σάλτσες τις πουλώ
για τούτο το παλιόκρασο
και κρύα αποφάγια...

Ο Ξέρξης κι αν δε κόντεψε
στα ίσα να τα πούμε
από μακριά με νίκησε
(και ούτε τη κατάντια μου
ο άτιμος γνωρίζει)...

(2008)









13. Ουκ όμοιοι Λακεδαιμονίοις

Αλλιώτικοι επέστρεψαν στη Σπάρτη
ο Βούλις κι ο Σπερθίας
απ' το τρανό ταξίδι τους στα Σούσα
πιο ώριμοι, πιο σκεφτικοί...
(και τη ματιά τους, κάτι σκιάζει)

-Πώς φτάσαμε
του Ερμή εμείς σεβαστικοί
του Ταλθυβίου οι γόνοι
σ' αυτό το ανοσιούργημα
τέτοιο να κάνουμε κακό
στους λαλητάδες του Δαρείου;...
Δεν εκδικήθη ο Ξέρξης, μας ελυπήθη τη ζωή 
(και ας μη πέσαμε να προσκυνήσουμε στη γη)
δε θέλει λέει, στους Λακεδαίμονες να μοιάζει
μας τάισε, μας πότισε και μας ξαπόστειλε
το κρίμα λέει, στο λαιμό μας!

Τέτοια μιλούνε στις οδούς, στην αγορά
ο Βούλις κι ο Σπερθίας...
σα να μη χαίρονται τον γυρισμό και τον σωσμό
σαν κάτι απ' τη ψυχή τους, πίσω να έμεινε στα Σούσα
(όσο γι' αυτά π' ακούνε από δω και από κει
περί αγρίων και βαρβάρων στην ανατολή
στοχαστικά τ' ακούνε πια... 
και με περίσκεψη πολλή!)

30.9.2020













15. Ο εμπτυσμός της Τιμοκλείας

Σαν έχασαν τη μάχη οι Θηβαίοι
και οι εχθροί επέπεσαν, σφήκες στην πόλη
στης Τιμοκλείας το σπίτι, άγριοι Θράκες
αφού τη βίασαν, την παίδεψαν για θησαυρούς...
Τότε η άξια Θηβαία, τον αρχηγό ξεμοναχιάζοντας
παρέσυρε σε σκοτεινό πηγάδι... ''εδώ!'' του είπε
μα καθώς εκείνος έσκυψε να δει, έσπρωξε τον άπληστο
και πέτρες ρίχνοντας από ψηλά, τον σκότωσε...

.................

Με αγέρωχη περπατησιά
σε θυμωμένους ανάμεσα στρατιώτες
και βλέμμα άφοβο η Τιμοκλεία
στάθηκε μπροστά στον βασιλιά, για τιμωρία...

-Είμαι η αδερφή του γενναίου Θεαγένη
του στρατηγού που τον πατέρα σου
με σθένος στη Χαιρώνεια πολέμησε
κι ένδοξα έπεσε για τη τιμή της Θήβας...
Μα εσύ, ντροπή των βασιλέων
την πόλη μου τη ρήμαξες
της Θήβας όλος ο ανθός, βορά στα όρνια
μύρισε στους δρόμους τους καπνούς
άκου τους θρήνους γυναικών, τα ουρλιαχτά
των κοριτσιών που κυνηγούν οι βάρβαροι στρατιώτες
τη θλίψη δες αυτών που παν στα σκλαβοπάζαρα...
Σε  φτύνω Αλέξανδρε και με τα νύχια τούτα
αν δεν κρυβόσουν πίσω από φρουρούς
θα σ' έγδερνα κι αν γλίτωνα από δω
αετούς τους γιους θα ανάθρεφα
σαν ποντικό να σε ξεσκίσουν!...

Και λέγοντας αυτά η Τιμοκλεία, έφτυσε τον Αλέξανδρο
''βίαιον εμπτυσμόν...'' λέγει ο συγγραφεύς
στο πρόσωπο του πορθητού... που όμως διέταξε 
να μην πειράξει ουδείς την Τιμοκλεία
τη σπουδαία γυναίκα, παρά στο σπίτι του Πινδάρου 
με τα τέκνα της, αμέσως να μεταφερθούν...

''Δεν εννοήσατε όμως ακριβώς
ποιος είναι ο Αλέξανδρος!''
λένε πως είπε ο βασιλεύς
το πρόσωπο σκουπίζοντας...

(Δεκ 2014)










16. Οψόμεθα εις Φιλίππους...

Αν σιγοκαίει μέσα σου η οργή
για μία συμπεριφορά προδοτική
για μία ήττα άδικη
θυμίσου εκείνο το περίφημο...
"Όψει με περί Φιλίππους"

Λοιπόν ανασυντάξου!
Μέτρα τα λάθη που σε φέρανε εδώ
πια να είσαι σίγουρος 
για τους Αντώνιους, τους Λέπιδους 
και τους Οκτάβιούς σου...

Μη σε φοβίζει ο Μούρκος.
Αν έχεις θέληση και δίκιο
οι αέρηδες θα είναι ευνοϊκοί
και μαζί σου η αύρα της Ρώμης...

Κι όταν θα φτάσεις στους Φιλίππους 
χτύπα αδίστακτα τον Βρούτο
-το μεγαλύτερό σου λάθος-
κι άστον να θεατρίζει
λίγο πριν πέσει στο σπαθί
"Ω τλήμων αρετή..."
και τέτοια παραμύθια...

29 Ιανουαρίου 2022









17. Και εκ γυναικών τα κρείτω...

Έρημο, μικρό κελί και ευωδιά λιβάνου
πώς μοίρα έγινες μίας ζωής, της Κασσιανής
ωραία, ερωτική και ευφυής, τι τόθελε
εκείνο το... "κι εκ γυναικός τα κρείτω!";
Ο αυτοκράτωρ την απέρριψε!
...

"Αν όχι αυτός, μονάχα ο Χριστός!
Αν όχι αυτοκράτειρα, τότε μοναχή!"
Δύσβατος δρόμος και πικρός
ψυχή και σώματι τον πήρε
χωρίς καμιάν απαντοχή. Γενναία
και άκαμπτος η Κασσιανή
μέχρι το τέλος.

... Μα κάπου κάπου ρήγματα
ποίηση μεγίστη, μασκοφόρος...
"Νυξ μοι υπάρχει, οίστρος ακολασίας..."

Άραγε λύγισε κάποια στιγμή
στην κλίνη της τη σκοτεινή; Τον άντρα...
τον Θεόφιλο μήπως επόθησε η Κασσιανή
κι ανεπαισθήτως κάλεσε μια νύχτα
που έξω μαινόταν ο βοριάς και η βροχή;...
οφώδης τε και ασέληνος, έρως της αμαρτίας..."
και μήπως κάποτε ξαγρύπνισε ως το πρωί
(ως άλλη Ψάπφα) από μάταιη, ερωτική αναμονή;
"Δέδυκε μεν α σελάνα... εγώ δε μόνα καθεύδω..."

Ουδέν μεμπτό!
Ακόμη κι αν λύγισε κάποια στιγμή
εν τέλει έμεινε λευκή! Και ίσως... ίσως...
αυτό το λίγο ράγισμα, το αμφίβολο, το πιθανό
την κάνει ακόμη πιο γενναία... πιο λευκή!

28/6/2020









18. Καταφιλήσω...

Ήταν ωραίο το δειλινό...
Η Κασσιανή μες στο κελί, σε έξαρση ποιητική
μίαν ωδή εδούλευε. Μα όταν έγραψε...
''καταφιλήσω τους αχράντους σου πόδας, αποσμήξω 
τούτους δε πάλιν τοις της κεφαλής μου βοστρύχοις''
έπεσε σε συλλογή... -''Καταφιλήσω'';
Πώς από μέσα της ξεπήδησε η λέξη αυτή;
Φανέρωνε ταπεινοσύνη, συντριβή
ή ήταν έντεχνα κρυμμένη, ερωτική;
Καλύτερο δε θάταν  το ''ασπασθώ;''
''ασπασθώ τους αχράντους σου πόδας!''
Πιο σεπτό! Πιο ιερό! Αλλά... ''καταφιλήσω'';;;;

Τον κάλαμο επήρε η Κασσιανή
να διορθώσει την παρεκτροπή.
Μα δεν επρόλαβε...
άλογα μπήκαν στην αυλή
και μια φωνή... -Ο αυτοκράτορας!

...................................

Αργότερα, σα βγήκε απ' την κρυψώνα της
λίαν τρεμάμενη, σκύβει στην περγαμηνή...
''ων εν τω παραδείσω Εύα το δειλινόν
κρότον τοις ωσίν ηχηθείσα, τω φόβω εκρύβη''
είχε προσθέσει ο Θεόφιλος
κάτω απ' τη δική της την ωδή...
-Μα πώς μπορεί μέσα στον ύμνο της
τόσο αδιάντροπα, αυτός να βλασφημεί;
Ποιαν Εύα; Την αφεντιά της εννοεί, που προ ολίγου
τα βήματά του ακούοντας, έτρεξε να κρυφτεί!
Πολύ οργίσθη η Κασσιανή
και πήρε να κάψει την ωδή...

Μα ήταν ωραίο το δειλινό!
Και στο κελί της έμπαινε, μια ευωδιά γαζίας...
(απ' την κρυψώνα της... άκουγε την ανάσα του
την προσμονή του ένιωθε, πούθελε να τη δει
κάποια στιγμή ακούστηκαν ακόμη και...λυγμοί)

-Θα τους κρατούσε! Δεν ήταν οι στίχοι του κακοί
την έθελγε κι η σκέψη, κάτι να είχανε μαζί
έναν δικό τους ύμνο, πνευματικό παιδί!
Λοιπόν, θα τους κρατούσε!...
(από τη χαραμάδα, μόνο τα πόδια του  έβλεπε
πόδια λευκά... τα δάχτυλα, οι αστράγαλοι
καμάρες και κατατομή αρμονικά...
μόνο τα πόδια του έβλεπε τα πόδια τ' ακριβά
που τόσο ωραία έντυναν, σανδάλια περσικά)

......................................

-Όσο για το ''καταφιλήσω'' είναι πιο δοτικό
ψυχρό και σύντομο εκείνο το ''ασπασθώ''
(άσε που αντικρούεται και με το... "αποσμήξω")
Καταφιλήσω, τους αχράντους σου πόδας...
Πάει καλύτερα, θα το άφηνε...


4.7.2020










19. Κωνσταντινούπολη Αύγουστος 1072

Κωνσταντινούπολη
Αύγουστος 1072 


i

Τις τελευταίες μέρες του περνά 
εξόριστος στη νήσο Πρώτη
ο άλλοτε γενναίος αυτοκράτορας
ο Ρωμανός -αφού εκάρη μοναχός-

Είναι η θέσις του πολλά οικτρή
καθώς σκληρά ετιμωρήθη
μετά την ήττα του στο Ματζικέρτι
για έγκλημα καθοσιώσεως...
(πατώντας ο νέος αυτοκράτωρ την υπογραφή
σωματικής ασφάλειας, που τούχε υποσχεθεί
διέταξε στο Κοτυάειον να βγάλουν του τα μάτια)


ii

Μα πώς, με τέτοιο έγκλημα τον Διογένη φόρτωσαν;
Η χήρα Αυγούστα ελεύθερα τον διάλεξε
και μ' όλους τους τύπους ενυμφεύθη
κι όταν εχρίσθη, έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά
μία στην Πόλη, μια στα σύνορα!
(Λυσσάξανε οι κληρονόμοι Δούκες
γόνοι νωθροί και ξεπεσμένοι
μονάχη έγνοια τα συμπόσια, οι ηδονές κι επαύλεις
τους έκοψε το παντεσπάνι ο Ρωμανός
γι' αυτό τον πρόδωσαν στο Ματζικέρτι)

Τώρα πεθαίνει μόνος στο νησί.
Καθώς απαγορέψανε γιατρούς
κακοφορμίσαν οι πληγές, βρωμάει
και λεν πως πλήθος σκώληκες
σαλεύουνε στις κόγχες...


iii

Αύγουστος
ωραία λικνίζονται στον λιμένα τα πλοία
από τα περιβόλια έρχονται ευωδιές πεπονιών
Κυριακή, χαρά Θεού για τους Έλληνες
τα τζιτζίκια τραγουδούν στις συκιές ομαδόν

Ο αέρας εφέτος καλός, δροσερός!
(όλοι ανύποπτοι, μακάριοι, ευτυχείς
νίπτει τας χείρας ο επιλήσμων λαός
κι ο μόνος που βλέπει τη συμφορά να έρχεται
ένας ετοιμοθάνατος τυφλός)...

5-12 Αυγούστου 2019
Καλλιθέα Θήβας






20. Βασιλέας των Ελλήνων 1147 μ.Χ.

'Βασιλέα των Ελλήνων'' και όχι ''Αυτοκράτορα''
αποκάλεσε ο Κόνραντ, τον Μανουήλ τον Κομνηνό
να τον μειώσει τάχα...

Όμως υπέστη ήττα οδυνηρή, έξω από την Πόλη
πεζικό, κατάφρακτοι ιππείς και κούρσορες
του έδωσαν μάθημα καλό, τιμώρησαν το θράσος
κι ας μέσα στην αναίδειά του ο Γερμανός
μυστικό κοινό και χρόνιο
μεγαλοφώνως, είχε εκστομίσει...

22-8-2019










21. Τρεις παραλλαγές για τον Οδυσσέα

-Νεκροί, πικρά της μοίρας λάφυρα
λευκού ή μαύρου πεπρωμένου-



Μυστικός Δείπνος

Σιμά στις φορτωμένες, της Τιθορέας κερασιές
μία σπηλιά παντέρμη
την κατοικούνε πια μονάχα αετοί
μα αν πας μεσάνυχτα, κρυφά... την κρύα ώρα
η τελευταία χαρά, σα δείπνος μυστικός...

Φωτιές, χοροί, νταούλια και φωνές...
"Ο Πανουργιάς βαφτίζει του Λυσσαίου το παιδί!
Και η μικρή του αδερφή παντρεύεται
με τον τρελό Τρελόνι!''



Η σταύρωση

Μεσάνυχτα και τ' όνειρο κακό
βαριές ανάσες στα σκαλιά
βρισιές και ποδοβολητά
έρχοντ' οι δήμιοι... (ξυπνά)
αφιονισμένοι...

-Ξέρω γιατ' ήρθατε!
Λύστε μου μωρέ το ένα χέρι!

Τέσσερις τον χτυπούν
με στόμια όπλων, πέτρες και γροθιές
τον βρίζουν, φτύνουν, τον τραβούν...

-Καλά αυτοί, μα εσύ γιατί ρε Γιάννη;

Τα κρεμαστά του στρίβουν... λέοντα
μουγκρητό, τόνε τελειώνουν
κι αναχωρούν αθόρυβα
μες στης νυχτιάς το ψιλοβρόχι
σα δράκοι που μόλις άγιο σκότωσαν
κι από την κούλια την ψηλή
τον ρίξανε στα βράχια...


Ανάληψη

Μέσα στα τρεχούμενα
του Παρνασσού νερά
αστράφτει ένα ξίφος ορθωτό
που βγαίνει από το μαύρο του κορμί
με τα σχισμένα χείλη
σα νέμεση κι υψώνεται και καρτερεί
το χέρι που θα πιάσει πάλι τη λαβή
το αδικαίωτο να δικαιώσει... 

15/3/2019










22. Ηνίοχος

i
Τον προτιμούν στο πράσινο του χαλκού 
ακίνδυνον, λειψόν, ακρωτηριασμένον
κυκλωμένον από ένα μουσείο
να φωτίζει μια εποχή, δια παντός τελειωμένη...

Τα μάτια του όμως ανοιχτά κι όταν θαμμένος στα χώματα 
μουσκεμένος απ' τη φθορά κι από πάνω ιστορία να βρέχει
διαγούμιζαν οι ξένοι, μα άρχισε αργά να μεταμορφώνεται
ο Πολύζαλος του Δεινομένη σε Ηνίοχο των Ελλήνων
(γιατί η σοφία και η δύναμη η βαθιά... ήττες 
και σιωπή αιώνων προϋποθέτει)

Γι' αυτό, όταν αποχωρούν θαμπωμένοι οι ειδικοί 
όταν λήγουν τα συνέδρια και αδειάζουν οι αίθουσες
εκείνος αποδρά αθόρυβα στα ερείπια 
ψάχνοντας το χαμένο του χέρι το αριστερό 
-που πολλοί το προτιμούν για πάντα χαμένο-
έτσι λειψός, σκάβει τα χαλάσματα
να συναρμολογήσει ξανά το διαλυμένο του άρμα 
ακούγεται κάτω στις ελιές ο αντίλαλος 
απ' τα καλέσματα στα άλογά του
(που κρατούν αιχμάλωτα και χώρια 
οι τσακωμένοι κληρονόμοι)

ii
Τώρα που όλος ο κόσμος πονά 
εκείνος μια αναγέννηση ονειρεύεται
παροτρύνει τη Νίκη της Σαμοθράκης 
να  πετά απ΄ το βάθρο τις νύχτες 
και να γυρίζει στις άδειες αίθουσες 
γυρεύοντας το χαμένο της κεφάλι...
την κλεμμένη Καρυάτιδα
να βροντά από μέσα τις πόρτες
για να σμίξει ξανά 
με τις αγαπημένες αδερφές της
και τ' άλογα του Αγίου Μάρκου να θυμηθούν
τη Χίο, να θυμηθούν ποιοι οι πλαστουργοί 
και ποιοι οι κλέφτες...

Κάθε αυγή, γονατίζει και φιλά ο Ηνίοχος
ταπεινές, βυζαντινές εικόνες...

iii
Απελπισμένα χλιμιντρίσματα στα όνειρα
προδίδουν μια δύναμη μυστική 
που κρατιέται με το στανιό κοιμισμένη 
όμως για δες... σαλεύουν τα μάτια του
προσδοκά να φιλιώσει ξανά, τη φύτρα ετούτη 
τα χάλκινα στα χέρια του χαλινά
να μεταμορφωθούν σε δερμάτινα... 
χρεμετίσματα και αφρούς στα σαγόνια
ο Ηνίοχος ονειρεύεται
να ραγίσει πάλι το φως, στην προσταγή του αφέτη
και τα άλογα -τα δύο με τη σπίθα του Απόλλωνα
και τ' άλλα, με το σημάδι του σταυρού-
να ξεχυθούν επιτέλους καλπάζοντας
αντάμα στο μέλλον...








23. Ξέρξης

Τον Ξέρξη, χρόνια περιμέναμε
στ' αλώνια να βρεθούμε
-σ' αυτήν την άνυδρη εποχή
μαζί του μια αναμέτρηση
λίγο δεν είναι
κι ας μοιάζει τόσο ανέφικτη η νίκη-
όμως ο βάρβαρος στο φως
ποτέ δε φανερώθη...

Μήπως στο κάμα της ζωής
-μικροί εμείς και φαντασμένοι-
δε λογαριάσαμε σωστά
κι ήταν ατόφια τρέλα
να περιμένουμε τέτοια τιμή
τόσο μεγάλη μάχη...
(ή μήπως κάτι πιο οικτρό
και τραγικό συμβαίνει;)

.......................................

Παροπλισμένος τώρα
ανίκανος για πόλεμο
και σκουριασμένος
-μα πιο σοφός τουλάχιστον
μέσα σε τόση σκέψη-
μια υποψία κουβαλώ
για τον πανούργο Ξέρξη...

Μέσα μας να κρύβεται!
Να κατοικεί εντός μας!
Και από κει ηγούμενος
να ρίχνει ό, τι χτίζουμε
με πάθη και καμώματα
τον κόσμο να συντρίβει

Αύγουστος 2013









24. Νέκυια

-Εν αρχή να θολώσεις τη λίμνη του Νάρκισσου
να δεχθείς πως το φως είν' αλλού
σε ξένα λόγια και έργα...-

Θέλει μια δύναμη σιδερένια να κατέβεις εδώ
σ’ αυτή τη σπηλιά, ανάμεσα σε νοτισμένες επιστολές
αποκρυπτογραφώντας ίχνη παλαιού καιρού
παράξενη σκιά που μηρυκάζει μελάνι...

Προσπαθείς να στήσεις ξανά τα χαλάσματα
σκουντώντας με τη ζέση σου τη γαλήνη των άφαντων
πίσω αφήνεις τον κόσμο των ζωντανών
σαν ένας Οδυσσέας παράφορος που κατεβαίνει στον Άδη
δωρίζοντας στους εκεί... εωθινές ευωδιές
λαβαίνοντας αστραπές θύμησης
(που όμως σε αλλάζουν...
ώσπου στο τέλος δεν είσαι ο ίδιος
μα της φυλής σου η μνήμη)

Όμως πόσο ακόμη θ’ αντέξεις να πηγαινοέρχεσαι
ανάμεσα σε δυο κόσμους
χωρίς να ανήκεις ολότελα πουθενά
πόσο θα αντέξεις να προσπαθείς να δικαιώσεις 
μπαρουτοκαπνισμένους πολεμιστές
χήρες, ορφανά κι αδικημένους 
ή τον άλλον που για γρόσια μόλις εκατό
τον πέταξαν σ’ ένα πηγάδι...

δεν έχει ελπίδα ο άνθρωπος
και τα αγάλματα που φέρνεις αγκομαχώντας απάνω στη γη
μέσα στο φως σκουριάζουν ρημαγμένα...

Ιούνιος 2016








25. Προμηθέας
 
Τι να κάμω μ' αυτή τη μνήμη τη σεπτή
που έπηξε πάνω μου αργά, έγινε βράχος
ασήκωτος στους ώμους μου που κύρτεψαν...
Για δες, εκεί που πίστευα θα βγουν φτερά 
τώρα έναν βράχο κουβαλώ (μα μήπως
ετούτος είναι τα φτερά μου;)

Πάνω του ανάγλυφες μορφές, λησμονημένες
ανθρώπων πούζησαν και τώρα σκόνη
γραφές... μισές δουλειές, 
παράπονα
χέρια παρακαλεστικά για δικαιώσεις
μα πιο βαθιά εκλάμψεις, μυστικά
κι ένα πιτσούνι χνουδωτό
που καρτεράει ζαρωμένο στη φωλιά
καμώμενο πως δεν υπάρχει...

Τα γόνατα λυγούν, βαρύς ο βράχος πάνω μου
μα μέσα από τη βάσανο, βρίσκω το πρόσωπό μου...

Πιο πέρα γύπες. Στέκουν στις αγριοσυκιές ψηλά
και μ' απειλούν βουβά, χωρίς να με κοιτάζουν
μα η βουή της άγνοιας στη πόλη
που απλώνεται φαιδρή μπροστά, με συνεπαίρνει
δε θέλουν ετούτη τη φωτιά που τη χαρά πληγώνει...
Περιφρονούν τη σύνεση σαν τα χορτάτα τα σκυλιά
που απωθούν το φαγητό σα δεν αρέσει...
Δίκιο έχουν μα εγώ για ποιον, τούτον τον βράχο κουβαλώ
αν κατορθώσω να σταθώ ορθός, θα τον τινάξω
στην κατηφόρα να κυλήσει και να σπάσει

Σκόνη... κι ύστερα αυτό το περιστέρι -ώριμο πια-
στην πόλη να γυρνά λευτερωμένο
σε στύλους, σε πλατείες, σε φθηνά μπαλκόνια
σαν μια μικρούλα ύπαρξη λευκή, που προσπαθεί
με τα θεριά κι αγριανθρώπους να τα βάλει...










Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Πρώτη κριτική Μάνου Τασάκου για μέρος των ποιημάτων του Γιώργου Πύργαρη

  (Το ιστορικό της κριτικής του κ. Τασάκου... Είχα ζητήσει στις 26 Ιανουαρίου 2020 σε προσωπικό μήνυμα στο fb, στον κ. Τασάκο να ρίξει μια μ...