(Στα ιστορικά μου ποιήματα, ο ποιητής που μιλά, είναι ένας ταξιδιώτης του χρόνου ή καλύτερα ένας λαϊκός ανταποκριτής της εποχής του, αρκετά οξυδερκής όμως, ώστε να επιλέξει με σοφία το θέμα του και να παρουσιάσει όσο το δυνατόν περισσότερες πλευρές του. Μεταφέρει τα γεγονότα λιτά, όπως θα τα έλεγε στους θαμώνες ενός καφενείου, έχοντας απόλυτη εμπιστοσύνη στο λαϊκό ένστικτο και στο λαϊκό αισθητικό κριτήριο. Ναι, ίσως εδώ συνεχίζω τον δρόμο του Καβάφη, αλλά έχοντας πιστεύω κατακτήσει κάποια προσωπική χροιά και σφραγίδα. Μιλώ φυσικά, μόνο για τα ιστορικά μου ποιήματα, γιατί θεωρώ, πως η ίδια η ιστορία, πετυχαίνει κάποιες φορές αξιολογότατες ποιητικές κορυφώσεις, τις οποίες θα πρέπει απλά να τις εντοπίσει κανείς και να τις αποδώσει με τον προσωπικό του τρόπο. Λιτά και ουσιαστικά...)
1. Επίσκεψη στην αρχαία Ασίνη...
ανάγλυφα στο μαλαματένιο σκέπασμα της ύπαρξής μας
ένα σημείο σκοτεινό που ταξιδεύει σαν το ψάρι...
Καταργώ τον χρόνο. Οι άκρες των δαχτύλων μας ενώνονται. Ξαναθυμάμαι!... Κάτι πουλιά φτερουγίζουν αδιάφορα ανάμεσα στους θάμνους. Σκηνώματα! Σκηνώματα ζωής...
Πήρα το δρόμο του γυρισμού. Στο αυτοκίνητο με περίμεναν η γυναίκα και τα παιδιά μου.Πώς από βασιλιάς, πώς από νεκρός πολεμιστής, βρέθηκα ξάφνου τόσο μπροστά στον χρόνο; Με μια γυναίκα και δύο παιδιά να περιμένουν, να τα πάω με αυτοκίνητο σ’ έναν παιδότοπο στο Ναύπλιο;
Βέλος στον μήλιγγα. Το τελευταίο που θυμάμαι, πως είχα σκύψει να πλυθώ...
2. Η απολογία του Οδυσσέα
-Του Λαέρτη ο καταραμένος γιος
που τα καλύτερα παιδιά μας, για πόλεμο ξεσήκωσε
σώος επέστρεψε, χαίρεται τώρα το παλάτι και το βιος του!
Τυλιγμένος στη δόξα και την αίγλη του
την... πόρνη αγκαλιάζει Πηνελόπη
πάνω στο αίμα το νωπό, των άτυχων μνηστήρων!
Την πόρνη ναι, που ως σκύλα σ' ανομολόγητο οίστρο
άπλωσε παντού τη μυρωδιά της, όλα τ' αρσενικά
καλώντας -που έβραζε το αίμα τους- κοντά της...
που σώος επέστρεψε... Εκείνος σώος!
μα τα παιδιά μας, από ψάρια φαγωμένα
Τρώες και Κύκλωπες. Και πούναι η δόξα;
Πούναι τα πλούτη και τα λάφυρα;
Τι κέρδισε η Ιθάκη, από τον ξένο πόλεμο;
ii
-Αυτοί που ξεχειλίζουνε κακία και φθόνο
φτύνοντας με το κρασί βρισιές και ξόρκια
για μένα, τον Τηλέμαχο, τη δόλια Πηνελόπη...
τάχα ποτέ ευρέθηκαν, στη θέση τη δεινή
του βασιλιά που πρέπει, σημαντικές να πάρει
για τη χώρα αποφάσεις;
Γι’ αυτούς ο κόσμος όλος η ειρήνη και τα σπίτια τους
κι η ηθική στενή, μέχρι τον φράχτη της αυλής τους
«Για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη»!
Μα πώς απ' το πρόσταγμα του κραταιού Αγαμέμνονα
η Ιθάκη η μικρή ν’ αποσκιρτήσει; Άπαντες πλην Ιθακιωτών;;;
Τώρα στους νικητές ανήκουν. Και των παιδιών τους τα παιδιά
χρόνια θα απολαύσουν, στη συμμαχία των Μυκηνών
τα δώρα της ειρήνης...
Χρυσαφικά και λάφυρα! Να τούτα δώ!
Τα μόνα που εσώθηκαν απ’ την εκδίκηση του Ποσειδώνα
τα δώρα των Φαιάκων, του βασιλιά Αλκίνοου, όλα δικά τους!
Μα δώρο μεγαλύτερο η δόξα της Ιθάκης
που μέχρι σήμερα δε γνώριζε κανείς
μα τώρα ως τα πέρατα και γενεές μπροστά
αιώνες θα γνωρίζουν...
Γιατί ο δικός της βασιλιάς, την Τροία την επτάκλειδη
μονάχα αυτός κατόρθωσε με πονηριά να ξεκλειδώσει
την όρεξη του αδηφάγου Σκάμαντρου, μια και καλή να κόψει
και τέλος σε φονικό ανώφελο, μονάχα αυτός εμπόρεσε να δώσει...
Και τα παιδιά τους περισσότερο παιδιά μου
πρώτος τα έκλαιγα, πρώτος εσπάραζα καθώς
στο αντρειωμένο στήθος τους, υπόκωφα χτυπούσε η πληγή
το κύμα τους κατάπινε ή πέφταν έκπληκτοι σ' αδίστακτα σαγόνια
-τι πιο βαριά κατάρα, μετά από τέτοιο δέσιμο
τους ακριβούς συντρόφους σου να χάνεις
μετά από τόσα που είδες μαζί τους πρωινά
ρημάδι να γυρνάς και έρμος στην πατρίδα
μνήμες χωρίς αναπαμό, γι' αυτό τρελός τις νύχτες
λουσμένος στον ιδρώτα μου, τους κράζω
γιατί είναι άδεια η καρδιά
κι ασήκωτη στους ώμους μου η δόξα-
Παρηγοριά μου μόνη, πως ζούνε μέσα μου
αφού καθώς εσβήναν, το τελευταίο βλέμμα το θολό
σε μένα τον ανήμπορο οι δύστυχοι χαρίζαν
γι' αυτό, ήλιοι στο αίμα και τα μάτια μου
λαμπρές οι σύντροφοι κολώνες
στο έπος και στη θύμηση
στη δόξα της Ιθάκης...
Οκτώβρης 2011
3. Ερμότιμος
είτα Πύρρος γένοιτο. Επειδή δε Πύρρος απέθανε
γενέσθαι Πυθαγόραν και πάντων των ειρημένων μεμνήσθαι. -
4. Αντίποινος ο Θηβαίος
5. Ο Κολοσσός
στοιβάζοντας στα σπλάχνα του
μέχρι κι ο γλύπτης Χάρης
τρελάθηκε μια νύχτα
λογαριασμούς λερώνοντας και σχέδια...
Ακτινωτό διάδημα στην κεφαλή
Θάμπος! Δέρμα από μπρούτζο
με τόνα χέρι σκίαζε το φως
σα μόλις να σηκώθηκε από ερωμένης κλίνη...
Επίσημα παρέδωσαν οι Ρόδιοι, το τάμα στον Θεό
και ναύλωσαν περήφανοι τριήρεις
στα πέρατα να πάνε το φοβερό μαντάτο...
''Θαύματα κάνουν μονάχα οι Θεοί κι οι Ρόδιοι!''
Σεισμός, χτύπησε και σώριασε το άγαλμα
και το μαντείο... ''μην κίνει τα κείμενα''...
(Χρόνια αργότερα...
για σκεύη και όπλα...)
2005
18 Νοεμβρίου 2022
σε κάτι απίθανους δημαγωγούς, σε κάτι Κλέωνες
που αναρριχήθηκαν, στην κομπορρημοσύνη
ακροβατώντας και στη συκοφαντία
άνθρακες, που κόμιζαν οι θησαυροί
κοπανιστός αέρας οι λαγοί
και φρούδα πετραχήλια
(τώρα κάνουν, όσα στους άλλους μέμφονταν
και έργα συνεχίζουν, που ενάντιά τους κάποτε
είχαν ξεσαλώσει)
Τι κι αν εγράφησαν «Ιππείς»
τι κι αν εμίλησε κι ο Θουκυδίδης
μήπως διδάχθηκε κανείς;
Σε χέρια φαύλων και ημιμαθών η ιστορία.
Με του αιμοδιψή λαού την ανοχή
-που τους δικαίους από φθόνο παροπλίζει-
οι Κλέωνες ζουν και βασιλεύουν
Μονάχα λίγοι σώφρονες την κεφαλή
με λύπη και περίσκεψη, κουνάνε στην κατάντια
το κύρος λαχταρώντας το παλιό
ή έστω την επιστροφή
του μετριοπαθούς Διόδοτου…
Νοέμβρης 2011
δε μπορεί ν΄ αλλάξει
δε μπορεί να γίνει τίποτε''
Γ. Σεφέρης
Η μοίρα μας πάντα στα στενά
πικρά να φέγγει
να πλενόμαστε με αλισίβα το πρωί
να χτενιζόμαστε
κνημίδες να γυαλίζουμε και θώρακες
όπως συνηθίζουν οι αποφασισμένοι
χωρατά μιλώντας τάχα
σα να πρόκειται για μας
να ξαναξημερώσει...
Γιατί το ξέρουμε!
Το απόγεμα δε θάμαστε
παρά άψυχα κορμιά σιμά στους βάλτους
παρατημένα στη σκόνη των ορδών
και πατημένα
από τα πόδια τα βαριά
των ελεφάντων...
Αυτή η μοίρα μας...
(κι οι Εφιάλτες ζωή χαρισάμενη
στις αυλές των Δαρείων
τα παιδιά τους στα ''Κέιμπριτζ''
προδοσία σπουδάζουν
τώρα που κι αυτή
προβιβάστηκε σ΄ επιστήμη)
(2006)
i
χάλασε το κορμί μου η αναμονή. Πονάω πριν τις βροχές
και τρίβω τους αστραγάλους με λάδι -όπως οι γέροι παλιά-
με πειράζει κι η θύμησή σου, να περιμένεις τη μεγάλη μου νίκη
εφημερίδες στο καφενείο κάθε μέρα διαβάζοντας.
Όμως εγώ πολυμήχανος της εποχής, ποτέ δεν υπήρξα
ούτε σήκωσα Δούρειους ίππους, άλλους να κάψω...
Οδυσσεύς της συμφοράς θα μου πεις
αφού δε μπόρεσα ποτέ να στηρίξω μια νίκη
πάνω σε άλλων δυστυχία
-ίσως γι’ αυτό να έγινα, της άμυνας στρατιώτης-
Μα η πικρή αλήθεια πατέρα, είναι πως εχθρό ακόμη δεν είδαμε
αντί τους Πέρσες, κουνούπια απωθούμε, με όπλο μας το Αουτάν
χρόνια καθόμαστε άπραγοι, καταστρώνοντας σχέδια
δοκιμάζοντας τα νεύρα μας όλη μέρα
μας έχει τρελάνει αυτή η αναμονή
και οι ανιχνευτές μετά από μέρες
ωχροί γυρίζουν με άδειο βλέμμα...
Ακονίζουμε σπαθιά και ακόντια, μα εχθρός πουθενά
όλο νομίζουμε πως έρχεται μέσα σε σύννεφα σκόνης
και τρέχουμε ασθμαίνοντας στις γραμμές
μα τίποτε άλλο απέναντι τελικά
παρά ο ψεύτης αέρας...
ii
Καθώς φαίνεται ο Ξέρξης μας περιφρονεί, δε μας υπολογίζει
ίσως πάλι, ποτέ να μη ζήλεψε όσα τάξαμε εμείς να φυλάμε
ή μπορεί να πέρασε κιόλας, χωρίς να πάρουμε είδηση
και ήδη να μας κυβερνά...
πως οι μάχες δε δίδονται πια σε Θερμοπύλες
μπορεί με τα τηλέφωνα να κανονίζονται
των πόλεων οι παραδόσεις
σ’ εχθρούς που τις κατέχουν
χωρίς να φαίνονται ποτέ)...
Οπότε νίκες από μας μη καρτεράς
ή τρελοί θα γυρίσουμε ή καθόλου
-γιατί γυρισμός χωρίς μάχη
στο σπίτι, είναι πατέρα ντροπή-
Φίλησέ μου τη μάνα -θάχει πολύ γεράσει-
και τον άρρωστο αδερφό
(πόσο νοστάλγησα τη μουριά στην αυλή
κι έναν καφέ στη σκιά της!)
Ξεχάστε με τώρα, βγάλτε τα πέρα μόνοι
ίσως λιποτακτήσω και στα βουνά χαθώ
αν δε με βρούνε παγωμένο το πρωί
από συντρόφου χέρι...
Ο Υιός σου
στρατιώτης άκαπνος
Θερμοπύλες
έτη πολλά
2007
για μια μπουκιά ψωμί
Τον θώρακα που βάραινε
με μια μποτίλια κόκκινο κρασί
-που τόσο βαθιά ο καψερός
είχα επιθυμήσει-
Στην Ογχηστό...
κι από κνημίδες «ελαφρύνθειν»
-να κοιμηθώ σαν άνθρωπος
πρώτη φορά σε στρώμα-
Στη Θήβα άφησα, θηκάρι και σπαθί
-οκτώ χρονάκια φίλοι μου
πολλά χωρίς γυναίκα-
Τώρα τις ιστορίες μου
-στων Αθηνών τα καπηλειά
και στα χαμαιτυπεία-
βάνοντας σάλτσες τις πουλώ
για τούτο το παλιόκρασο
και κρύα αποφάγια...
Ο Ξέρξης κι αν δε κόντεψε
στα ίσα να τα πούμε
από μακριά με νίκησε
(και ούτε τη κατάντια μου
ο άτιμος γνωρίζει)...
(2008)
και οι εχθροί επέπεσαν, σφήκες στην πόλη
στης Τιμοκλείας το σπίτι, άγριοι Θράκες
αφού τη βίασαν, την παίδεψαν για θησαυρούς...
Τότε η άξια Θηβαία, τον αρχηγό ξεμοναχιάζοντας
παρέσυρε σε σκοτεινό πηγάδι... ''εδώ!'' του είπε
μα καθώς εκείνος έσκυψε να δει, έσπρωξε τον άπληστο
και πέτρες ρίχνοντας από ψηλά, τον σκότωσε...
Με αγέρωχη περπατησιά
σε θυμωμένους ανάμεσα στρατιώτες
και βλέμμα άφοβο η Τιμοκλεία
στάθηκε μπροστά στον βασιλιά, για τιμωρία...
-Είμαι η αδερφή του γενναίου Θεαγένη
του στρατηγού που τον πατέρα σου
με σθένος στη Χαιρώνεια πολέμησε
κι ένδοξα έπεσε για τη τιμή της Θήβας...
Μα εσύ, ντροπή των βασιλέων
την πόλη μου τη ρήμαξες
της Θήβας όλος ο ανθός, βορά στα όρνια
μύρισε στους δρόμους τους καπνούς
άκου τους θρήνους γυναικών, τα ουρλιαχτά
των κοριτσιών που κυνηγούν οι βάρβαροι στρατιώτες
τη θλίψη δες αυτών που παν στα σκλαβοπάζαρα...
Σε φτύνω Αλέξανδρε και με τα νύχια τούτα
αν δεν κρυβόσουν πίσω από φρουρούς
σαν ποντικό να σε ξεσκίσουν!...
Και λέγοντας αυτά η Τιμοκλεία, έφτυσε τον Αλέξανδρο
''βίαιον εμπτυσμόν...'' λέγει ο συγγραφεύς
''Δεν εννοήσατε όμως ακριβώς
ποιος είναι ο Αλέξανδρος!''
λένε πως είπε ο βασιλεύς
το πρόσωπο σκουπίζοντας...
(Δεκ 2014)
29 Ιανουαρίου 2022
πώς μοίρα έγινες μίας ζωής, της Κασσιανής
ωραία, ερωτική και ευφυής, τι τόθελε
εκείνο το... "κι εκ γυναικός τα κρείτω!";
Ο αυτοκράτωρ την απέρριψε!...
"Αν όχι αυτός, μονάχα ο Χριστός!
Αν όχι αυτοκράτειρα, τότε μοναχή!"
Δύσβατος δρόμος και πικρός
ψυχή και σώματι τον πήρε
χωρίς καμιάν απαντοχή. Γενναία
και άκαμπτος η Κασσιανή
μέχρι το τέλος.
... Μα κάπου κάπου ρήγματα
ποίηση μεγίστη, μασκοφόρος...
"Νυξ μοι υπάρχει, οίστρος ακολασίας..."
Άραγε λύγισε κάποια στιγμή
στην κλίνη της τη σκοτεινή; Τον άντρα...
τον Θεόφιλο μήπως επόθησε η Κασσιανή
κι ανεπαισθήτως κάλεσε μια νύχτα
που έξω μαινόταν ο βοριάς και η βροχή;...
"Ζοφώδης τε και ασέληνος, έρως της αμαρτίας..."
και μήπως κάποτε ξαγρύπνισε ως το πρωί
(ως άλλη Ψάπφα) από μάταιη, ερωτική αναμονή;
"Δέδυκε μεν α σελάνα... εγώ δε μόνα καθεύδω..."
εν τέλει έμεινε λευκή! Και ίσως... ίσως...
αυτό το λίγο ράγισμα, το αμφίβολο, το πιθανό
την κάνει ακόμη πιο γενναία... πιο λευκή!
28/6/2020
Η Κασσιανή μες στο κελί, σε έξαρση ποιητική
μίαν ωδή εδούλευε. Μα όταν έγραψε...
''καταφιλήσω τους αχράντους σου πόδας, αποσμήξω
τούτους δε πάλιν τοις της κεφαλής μου βοστρύχοις''
έπεσε σε συλλογή... -''Καταφιλήσω'';
Πώς από μέσα της ξεπήδησε η λέξη αυτή;
Φανέρωνε ταπεινοσύνη, συντριβή
ή ήταν έντεχνα κρυμμένη, ερωτική;
Καλύτερο δε θάταν το ''ασπασθώ;''
''ασπασθώ τους αχράντους σου πόδας!''
Πιο σεπτό! Πιο ιερό! Αλλά... ''καταφιλήσω'';;;;
Τον κάλαμο επήρε η Κασσιανή
να διορθώσει την παρεκτροπή.
Μα δεν επρόλαβε...
άλογα μπήκαν στην αυλή
και μια φωνή... -Ο αυτοκράτορας!
...................................
Αργότερα, σα βγήκε απ' την κρυψώνα της
λίαν τρεμάμενη, σκύβει στην περγαμηνή...
''ων εν τω παραδείσω Εύα το δειλινόν
κρότον τοις ωσίν ηχηθείσα, τω φόβω εκρύβη''
είχε προσθέσει ο Θεόφιλος
κάτω απ' τη δική της την ωδή...
-Μα πώς μπορεί μέσα στον ύμνο της
τόσο αδιάντροπα, αυτός να βλασφημεί;
Ποιαν Εύα; Την αφεντιά της εννοεί, που προ ολίγου
τα βήματά του ακούοντας, έτρεξε να κρυφτεί!
Πολύ οργίσθη η Κασσιανή
και πήρε να κάψει την ωδή...
Μα ήταν ωραίο το δειλινό!
Και στο κελί της έμπαινε, μια ευωδιά γαζίας...
(απ' την κρυψώνα της... άκουγε την ανάσα του
την προσμονή του ένιωθε, πούθελε να τη δει
κάποια στιγμή ακούστηκαν ακόμη και...λυγμοί)
-Θα τους κρατούσε! Δεν ήταν οι στίχοι του κακοί
την έθελγε κι η σκέψη, κάτι να είχανε μαζί
έναν δικό τους ύμνο, πνευματικό παιδί!
Λοιπόν, θα τους κρατούσε!...
(από τη χαραμάδα, μόνο τα πόδια του έβλεπε
πόδια λευκά... τα δάχτυλα, οι αστράγαλοι
καμάρες και κατατομή αρμονικά...
μόνο τα πόδια του έβλεπε τα πόδια τ' ακριβά
που τόσο ωραία έντυναν, σανδάλια περσικά)
......................................
-Όσο για το ''καταφιλήσω'' είναι πιο δοτικό
ψυχρό και σύντομο εκείνο το ''ασπασθώ''
Πάει καλύτερα, θα το άφηνε...
4.7.2020
Αύγουστος 1072
Τις τελευταίες μέρες του περνά
ο άλλοτε γενναίος αυτοκράτορας
ο Ρωμανός -αφού εκάρη μοναχός-
Είναι η θέσις του πολλά οικτρή
καθώς σκληρά ετιμωρήθη
μετά την ήττα του στο Ματζικέρτι
για έγκλημα καθοσιώσεως...
(πατώντας ο νέος αυτοκράτωρ την υπογραφή
σωματικής ασφάλειας, που τούχε υποσχεθεί
διέταξε στο Κοτυάειον να βγάλουν του τα μάτια)
ii
Μα πώς, με τέτοιο έγκλημα τον Διογένη φόρτωσαν;
Η χήρα Αυγούστα ελεύθερα τον διάλεξε
και μ' όλους τους τύπους ενυμφεύθη
κι όταν εχρίσθη, έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά
μία στην Πόλη, μια στα σύνορα!
(Λυσσάξανε οι κληρονόμοι Δούκες
γόνοι νωθροί και ξεπεσμένοι
μονάχη έγνοια τα συμπόσια, οι ηδονές κι επαύλεις
τους έκοψε το παντεσπάνι ο Ρωμανός
γι' αυτό τον πρόδωσαν στο Ματζικέρτι)
Τώρα πεθαίνει μόνος στο νησί.
Καθώς απαγορέψανε γιατρούς
κακοφορμίσαν οι πληγές, βρωμάει
και λεν πως πλήθος σκώληκες
σαλεύουνε στις κόγχες...
iii
Αύγουστος
ωραία λικνίζονται στον λιμένα τα πλοία
από τα περιβόλια έρχονται ευωδιές πεπονιών
Κυριακή, χαρά Θεού για τους Έλληνες
τα τζιτζίκια τραγουδούν στις συκιές ομαδόν
Ο αέρας εφέτος καλός, δροσερός!
(όλοι ανύποπτοι, μακάριοι, ευτυχείς
νίπτει τας χείρας ο επιλήσμων λαός
κι ο μόνος που βλέπει τη συμφορά να έρχεται
ένας ετοιμοθάνατος τυφλός)...
5-12 Αυγούστου 2019
Καλλιθέα Θήβας
αποκάλεσε ο Κόνραντ, τον Μανουήλ τον Κομνηνό
να τον μειώσει τάχα...
Όμως υπέστη ήττα οδυνηρή, έξω από την Πόλη
πεζικό, κατάφρακτοι ιππείς και κούρσορες
του έδωσαν μάθημα καλό, τιμώρησαν το θράσος
κι ας μέσα στην αναίδειά του ο Γερμανός
μυστικό κοινό και χρόνιο
μεγαλοφώνως, είχε εκστομίσει...
22-8-2019
λευκού ή μαύρου πεπρωμένου-
μία σπηλιά παντέρμη
την κατοικούνε πια μονάχα αετοί
μα αν πας μεσάνυχτα, κρυφά... την κρύα ώρα
με τον τρελό Τρελόνι!''
με στόμια όπλων, πέτρες και γροθιές
τον βρίζουν, φτύνουν, τον τραβούν...
-Καλά αυτοί, μα εσύ γιατί ρε Γιάννη;
Τα κρεμαστά του στρίβουν... λέοντα
σα δράκοι που μόλις άγιο σκότωσαν
κι από την κούλια την ψηλή
Ανάληψη
Μέσα στα τρεχούμενα
του Παρνασσού νερά
αστράφτει ένα ξίφος ορθωτό
που βγαίνει από το μαύρο του κορμί
με τα σχισμένα χείλη
σα νέμεση κι υψώνεται και καρτερεί
το χέρι που θα πιάσει πάλι τη λαβή
το αδικαίωτο να δικαιώσει...
15/3/2019
στ' αλώνια να βρεθούμε
-σ' αυτήν την άνυδρη εποχή
μαζί του μια αναμέτρηση
λίγο δεν είναι
κι ας μοιάζει τόσο ανέφικτη η νίκη-
όμως ο βάρβαρος στο φως
ποτέ δε φανερώθη...
Μήπως στο κάμα της ζωής
-μικροί εμείς και φαντασμένοι-
δε λογαριάσαμε σωστά
κι ήταν ατόφια τρέλα
να περιμένουμε τέτοια τιμή
τόσο μεγάλη μάχη...
(ή μήπως κάτι πιο οικτρό
και τραγικό συμβαίνει;)
Παροπλισμένος τώρα
ανίκανος για πόλεμο
και σκουριασμένος
-μα πιο σοφός τουλάχιστον
μέσα σε τόση σκέψη-
μια υποψία κουβαλώ
για τον πανούργο Ξέρξη...
Μέσα μας να κρύβεται!
Να κατοικεί εντός μας!
Και από κει ηγούμενος
να ρίχνει ό, τι χτίζουμε
με πάθη και καμώματα
τον κόσμο να συντρίβει
Αύγουστος 2013
αποκρυπτογραφώντας ίχνη παλαιού καιρού
παράξενη σκιά που μηρυκάζει μελάνι...
σκουντώντας με τη ζέση σου τη γαλήνη των άφαντων
σαν ένας Οδυσσέας παράφορος που κατεβαίνει στον Άδη
δωρίζοντας στους εκεί... εωθινές ευωδιές
λαβαίνοντας αστραπές θύμησης
ώσπου στο τέλος δεν είσαι ο ίδιος
τον πέταξαν σ’ ένα πηγάδι...
που έπηξε πάνω μου αργά, έγινε βράχος
ασήκωτος στους ώμους μου που κύρτεψαν...
Για δες, εκεί που πίστευα θα βγουν φτερά
τώρα έναν βράχο κουβαλώ (μα μήπως
ετούτος είναι τα φτερά μου;)
Πάνω του ανάγλυφες μορφές, λησμονημένες
ανθρώπων πούζησαν και τώρα σκόνη
γραφές... μισές δουλειές, παράπονα
μα πιο βαθιά εκλάμψεις, μυστικά
κι ένα πιτσούνι χνουδωτό
που καρτεράει ζαρωμένο στη φωλιά
καμώμενο πως δεν υπάρχει...
Τα γόνατα λυγούν, βαρύς ο βράχος πάνω μου
μα μέσα από τη βάσανο, βρίσκω το πρόσωπό μου...
Πιο πέρα γύπες. Στέκουν στις αγριοσυκιές ψηλά
και μ' απειλούν βουβά, χωρίς να με κοιτάζουν
μα η βουή της άγνοιας στη πόλη
που απλώνεται φαιδρή μπροστά, με συνεπαίρνει
δε θέλουν ετούτη τη φωτιά που τη χαρά πληγώνει...
Περιφρονούν τη σύνεση σαν τα χορτάτα τα σκυλιά
που απωθούν το φαγητό σα δεν αρέσει...
Δίκιο έχουν μα εγώ για ποιον, τούτον τον βράχο κουβαλώ
αν κατορθώσω να σταθώ ορθός, θα τον τινάξω
στην κατηφόρα να κυλήσει και να σπάσει
Σκόνη... κι ύστερα αυτό το περιστέρι -ώριμο πια-
στην πόλη να γυρνά λευτερωμένο
σε στύλους, σε πλατείες, σε φθηνά μπαλκόνια
σαν μια μικρούλα ύπαρξη λευκή, που προσπαθεί
με τα θεριά κι αγριανθρώπους να τα βάλει...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου