1. Θήβα 2002 μ. Χ.
Θήβα, δέντρο φυλλοβόλο, ριζωμένο
σε αίγλης αρχαίας το αόρατο μούλιασμα
κάτω απ’ την άσφαλτο μια πήχη
η επτάπυλος κοιμάται μεγάλη μητέρα
-σταλαγματιές μέρες χρυσές, γλυκό νανούρισμα
στολισμένη, περήφανη
λάρνακες, χαμένοι θησαυροί και πήλινα
και των οστών το σιγαλό μουρμούρισμα-
Και συ μονάκριβη κόρη, στα χέρια ευχής
της νεκρής ανεμίζεις, σημαία ζωής
με δρόμους, αυτοκίνητα και τέντες
με τζιν και δίκοπους σταθμούς, με μπαρ
στρατόπεδα κι ανέμελα σχολεία
αλλοιωμένη, δίχως πρόσωπο
από τη κίτρινη που σωρεύεται σκόνη
κι από των ζωντανών την αμνησία
Και συ πικρή γεροντοκόρη, που γάμο λαμπρό
μόνο ονειρεύτηκε, ποτέ δεν είδε
και το αγκάλιασμα της δόξας
τώρα τη μάνα σου φοβάσαι να θυμάσαι
και νύχτα σκάβεις για να χτίσεις, μη δεις
το φως της... και μην ακούσεις
ψιθύρους ενός Επαμεινώνδα που επιμένει
στην ίδρυση μιας φάλαγγας ξανά…λοξής!
Γέρο εσύ μαρμάρινε -θροΐζουν αδιάκοπα
τριγύρω σου, με έγνοιες οι διαβάτες-
τι βλέπουν τ’ άσπρα μάτια σου στην ερημιά
στην έκσταση της λήθης; Του δέντρου
ετούτου τα χρυσά, αποδημητικά πουλιά
θα ξαναρθούν; Θ’ απλώσουνε στα πέρατα
ποτέ μαντατοφόροι, την είδηση ανάστασης
ξανά της επταπύλου;
(2002)
2. Σμύρνη
Υποψιασμένα τα δέντρα
πως οι θανατερές πνοές φτάνουν
τις ρίζες απ' το χώμα τραβήξαν
και δάκρυα πόνου απ'τις σχισμάδες ανάβλυσαν
Έτσι με ξεριζωμένα πλοκάμια
σχημάτισαν ουρές
κι έπιασαν αργά να προχωράνε τα δέντρα
κρατώντας μπόγους στα κλαριά
και μωρά που έσκουζαν
μέσα στ' άνθη τα μαραμένα
Προχωρούσαν σκυφτά
σαν αόρατο πάνω τους βάρος
να βγουν απ' της φωτιάς τον θώρακα
να φύγουν απ' το χώμα που δικό τους ήταν
και τώρα χάσκει έρημο με ανοιχτά στόματα
τρύπες που μαρτυράνε τον όλεθρο
Πού να κατοικήσουν τόσες μνήμες πια
παρά σ' αυτές τις ζαρωμένες πεταλούδες
που ακολουθούν την πορεία των δέντρων
στα αλμυρά νερά
(1998)
3. Άυλη πόλη
Κάποτε φτωχός
σώμα σφριγηλό και διψασμένο
τους πρώτους αποπειράθηκε ασύνετους στίχους
σκύβοντας σε χαρτιά, με περισσή αποκοτιά...
Τώρα ξεφτισμένο φτερό
-ένα μάτσο ρυτίδες πάνω σε κόκαλα-
με κόπο τα βήματά του σέρνει, στην άϋλη πόλη
στα σπουδαία των έργων του κτίσματα
στο μέσον μιας κουστωδίας
οψίμων πιστών και μαθητών
Επιφωνήματα υμνούν θαυμασμού
την ολοφάνερα μεσημβρινή των κτισμάτων διάταξη
ψίθυροι, πώς παίζουν με του ήλιου το φως
οι άχραντοι δρόμοι, οι μετώπες και τα σοφά δεσίματα
παρατηρούν τη γυαλάδα των λέξεων
τη μεγαλόπρεπη υμνούν, ευλυγισία των στίχων
με έμπειρο μάτι μετρούν
την αντοχή στον χρόνο θεμάτων και ρυθμών
τα ποσοστά ρεαλισμού εκθειάζουν
και των υπόγειων νερών -που συχνά σε κρυστάλ
λινους πίδακες ξεσπούν- την κρυφή συνδρομή
υποκλίνεται η κουστωδία σεμνά
στη σεπτή του αρχιτέκτονα σκιά
Μα αυτός αλλού. Με μάτια ψηλαφίζει υγρά
όσα στους άλλους θα μείνουν κρυμμένα
-πότε στήθηκε και πώς το κάθε ποίημα
την ανέχεια που δένει τα θεμέλια
τη χρόνια περιφρόνηση των ζωντανών
άφαντους πόθους, χάδια
τελειωμένα λόγια και χαμένα πρόσωπα
που παίζουν κρυφτό πίσω απ’ τους κίονες
και απαλά αεράκια που ανεβαίνουν τις σκάλες
ενώ τρίλιες πεθαμένων πουλιών κουβαλούν
και μυρωδιές, από παλιές αγαπημένες Κυριακές-
Μ’ αυτός αλλού
έκπληκτος, πώς τον αποστέγνωσε μια τέτοια πόλη
μια άυλη πόλη, πόσο ύπουλα του ρούφηξε το αίμα
αλλού, στο μαύρο της πόλης του τρομαχτικό πηγάδι
του παλαιού του χέρσου τρομαχτικό πηγάδι
που γύρω του έχτιζε, μήπως το εξαλείψει
μα τώρα νάτο πάλι σκοτεινό, που σιωπηλά του γνέφει
από την πόλη που ύψωσε, να τον αποχωρίσει…
(2006)
4. Έλεγχος ντόπινγκ
Σιχάθηκα να κρύβομαι σε τούτο το κρεβάτι
τι μας κρατά κλεισμένους εδώ μέσα αδερφέ
σήμερα που θάπρεπε ολόχαρη
τα χέρια μου στον ουρανό να στρέφω
δε θέλω άνθρωπο να δω
Τις ιαχές θυμήθηκα
και τις αχτίδες
απ’ τη μεριά του Παρθενώνα
ολόχρυσο μελίσσι
στο στάδιο να ορμούν
Ποιο μυστικό
ποια ξαφνική πληγή
ποιο πόνου ηφαίστειο να ξύπνησε
κι οι δρόμοι εμπρός μου ανοίγονται ψυχροί
Πώς ξαφνικά εγίναμε τόσο μικροί
εμείς που τρέχαμε γοργόφτεροι στον ήλιο
Πώς το στεφάνι στο κεφάλι μας μαράθηκε
και κείνοι που στους ώμους τους μας σήκωναν
τώρα γιατί τόσο περίεργα σιωπούν
Σκάρτο θεμέλιο τ΄ ανάκτορό μας
Ψεύτικα όλα!
-Στα πλαστικά τεραίν, ξανά δε θα μας δουν
γιατί εμείς, στους όρκους απιστήσαμε
και νίκες κλέψαμε
και κάλπικα εφέραμε χρυσά
γιατί τους συμπολίτες μας πλανέψαμε
και χρόνια εξαργυρώνοντας
το δάκρυ τους το τίμιο
εφτάσαμε ψηλά
γιατί μια νύχτα
αντί στη μάχη πρώτοι να σταθούμε
εκρυφτήκαμε
χωρίς πανοπλία το λαό μας αφήνοντας
μπροστά στα βέλη των Περσών-
(Αύγουστος 2004)
5. Ιησουίτες
Ήτανε τόσο δυνατός
που αν φυσούσε απαλά
ένα ανοιχτό βιβλίο
υποχωρούσαν οι αράδες
και τα γράμματα διαλύονταν
-σα νάταν γραμμένα όλα
από σκόνη-
Οι Ιησουίτες γι’ αυτό
να τον ξέρουν δεν ήθελαν
και ούτε
σε συνάξεις επέτρεπαν
ν’ ακουστεί τ’ όνομά του
-Στις μασχάλες μόνο
σφιχτά κρατούσαν
τα φτωχά τους βιβλία
μήπως εκείνος
κατά τύχη περάσει
και οι ιερές διαλυθούν
σκονισμένες τους σκέψεις-
(2008)
6. Η εκδήλωση
απολαυστικός ο εισηγητής
Και τα κατακτημένα δικαιώματα, αναφαίρετα!΄΄
Φυσαλίδες ανέβαιναν τα λόγια του
το αμφιθέατρο, για τα καλά υπνωτίζοντας...
Θα πρέπει υποψιασμένος να ήταν
ήσυχα στην αίθουσα εισέβαλαν
με μάτια σκοτεινά σα την άβυσσο
κύκλοι που τον δισταγμό δε γνωρίζουν
΄΄Αιώνες απ’ τη βαρβαρότητα
Παρατεταμένο στο τέλος
-κανένας δεν επρόσεξε
αναταράζονταν μόνο ψηλά
από τις ιαχές κι επευφημίες
2003
αγκιστρωμένα
στης τέχνης το ρακένδυτο σώμα
υμνολογούν ακριβούς τεθνεώτας
και ακινδύνους ζωντανούς
-έργου φριχτού ασπίδα
γυαλιστερή υποκρισία-
Σαλτιμπάγκων συντροφία
-αγνοημένη απ’ του Απόλλωνος την ευλογία-
σε λογυδρίων αίθουσες
και μπαρ νυχτερινά ναρκισσεύεται
επί παντός επιστητού
-perie καταναλώνοντας χαλαρά
γιατί πέφτει στο στομάχι τους βαριά
του κόσμου τούτου, η μεγάλη αδικία-
Εύχανδρα παίζοντας ηδονικά
-Ναυπλίου ενθυμήματα-
κατά του Καίσαρος βοούν
εν πλήρη συμφωνία
-κι εξοβελίζουν νεαρά
που τόλμησε πόνημα στο νετ
με λάθη στην ορθογραφία!-
Αυλή κολάκων δύσμοιρη
και γλειφοκραταιούσα!
Αυτοθαυμάζονται οι νέοι Πλάτωνες
τάχα πως είναι οι κλειδοκράτορες!
-τα πoυλιά του Απόλλωνος μακριά
αλλού τραγουδούνε-
(2008)
τα ξύλινα μπαούλα του -τα παρατημένα-
φουρφουρίζουν μέσα τους κλειδωμένα πουλιά
διπλωμένα μουχλιάζουν τα όνειρα
και σκώροι απειλούν της νεότητας
Όμως ανήρ ως αποδείχτηκε, ρεαλιστής
στην ουτοπία εν τέλει δεν ενέδωσε
ωστόσο, σε αρκετούς ακόμη συμπαθής
ενδέχεται και να θαυμάζουν τους φυσικούς του τρόπους
τα φιλικά του μάτια, τη δύναμη της θέσης του
ακόμα και τα ρούχα που αφορμές δε δίδουν
Όμως, ουδείς δύναται να ιδεί, πίσω από την πλάτη του
τη ρόδινη ανάγλυφη πληγή
ουδείς δύναται να υποπτευθεί την ανοιχτή πληγή
γιατί στην ουτοπία εκείνος δεν ενέδωσε
και στους ανάξιους μορφασμούς
(2008)
βαρέθηκα τον άσπιλο τον ποιητή
την ιερή του πίστη, πως είναι τάχα άγγελος
πηδαλιούχος μέγας του παραδείσιου κόσμου
Βαρέθηκα την φήμη, των φτερωτών αρμάτων
τη δικαιολογία, πως ένα ελάφι τρέφει τάχα στη καρδιά
που πρέπει από τις ύαινες να σώσει
(μη πω για τον υπαινιγμό
πως στα σεπτά του πόδια δεν αρμόζει
τ' ανάξιο τούτο χώμα να πατούν)...
Σιχάθηκα την αισχροκέρδειά του
την ανημπόρια να κάνει σημαία
να εξορίζεται σε φαντεζί κι ανύπαρκτες οάσεις
αγνοώντας πως έχει ξεβραστεί απόβλητος
στα ιδιωτικά του σύννεφα
καταδικασμένος να μην ενοχλεί
μόνο να ονειρεύεται
γιατί φοβάται ο αισχρός, αληθινά να ζήσει
Αγοραφοβικός και ονειροπαρμένος
που με το δάχτυλο ειρωνικά τον δείχνουν
σίγουροι πως από τέτοιον ποιητή
δε κινδυνεύουν...
-Δρόμοι γεμάτοι αίματα και γω
μετράω απουσίες
2006
μονάχα κόκαλα γυμνά
κι αποχωρίσαμε αργά
γιατί εμείς πιστεύουμε μόνο
και τούτη την έρημο
τώρα στους ίσκιους
ο ένας γλείφει του άλλου
ο ένας του άλλου
2009
από τούτη την άνυδρη γη
-με τα σπαρμένα μέχρι τον ορίζοντα
θεόρατα λιθάρια- πέρασαν ξένοι
παραπανίσιο βλέμμα
στην αφιλόξενη ερημιά, δε χάρισαν.
Μονάχα ο νάνος γλύπτης Βιλδαράν
τον τόπο τον ανίσκιωτο σαν είδε
αγαλλίασε...
«Ευλογημένος τόπος! Αυτά που όλοι
για λιθάρια περνούν, λιθάρια δεν είναι
μέσα τους, χίλιες παγιδευμένες μορφές
εμένα, τον γλύπτη Βιλδαράν καρτερούν
απ’ το σκληρό που τις ντύνει πουρί
μ’ ένα σκαρπέλο και σφυρί
προσεκτικά να λευτερώσω
και στων φτωχών οδοιπόρων τα μάτια
τις τόσες κρυμμένες μορφές
θαμβωτικές να παραδώσω!»
2009
ούτε το ρίγος είχε που αρμόζει
απρόσεχτα απ' τις παλάμες τραβηχτήκαν τα καρφιά
βαρύ σακί το λείψανο, σωριάστηκε στο χώμα
Καμιά γλυκιά μητέρα, κανένας φίλος
καμιά Μαγδαληνή, δε βρέθηκε εκεί να τονε πλύνει
ούτε σταγόνα μύρο και πουθενά λευκό σεντόνι
-μάλλον πολλοί χαρήκανε για τούτην την κατάντια-
Κόκκινος ορίζοντας σαν αίμα...
Στου μαρτυρίου το βουνό δε στάζει δάκρυ
ο κάποτε περήφανος, άδειο κουφάρι στην κορφή
και πάνωθέ του κρώζουνε κοράκια
Κι όμως...
και κείνος κάποτε την Ιερουσαλήμ
είχε γοητεύσει...
2006
μες στο άδειο κρανίο, του χρόνια θαμμένου νεκρού
μια πεταλούδα αδιάκοπα πετά...
Ξαποσταίνει συχνά στους βράχους
των γκρεμισμένων αναμνήσεων
τους στήμονες του ανεκπλήρωτου
συχνά επισκέπτεται
στο θόλο του μετωπιαίου
τα πράσινα, φωτεινά περιβόλια...
Έτσι καρτερικά αναμένει, τους μεγάλους τριγμούς
τη ξαφνική του θόλου ραγισματιά
τη πρώτη της οροφής κατακρήμνιση...
Το ραγδαίο φως να την περιλούσει
η πεταλούδα του νεκρού αναμένει
σημασία μη δίνοντας, στη λάσπη που στάζει αργά
απ’ τη βρεγματική ραφή
και το χώρο της όσο περνά ο καιρός
ανεπαισθήτως καταλαμβάνει...
11 Απριλίου 2009
πιστοποιείται ο αιφνίδιος εξ' ανακοπής θάνατος
του Ανδρέα Μ. ετών 39
ενώ εκοιμόταν..."
Ο Ανδρέας εκοιμήθηκε νωρίς
είχε δουλειές στη πόλη το πρωί
-λογαριασμούς να πλήρωνε
και ψώνια-
Όμως δεν άκουσε σαν ήρθε η αυγή
τη γοερή της μάνας του κραυγή
δε συμμετείχε
στις μάταιες προσπάθειες
να τον επαναφέρουν στη ζωή
διόλου δεν αισθάνθηκε
της νεκροψίας τα νυστέρια
Ο Ανδρέας τα πάντα αγνοεί
τη συντριβή του κόσμου
τη κηδεία
.........
Τόσος επέρασε καιρός
κι αυτός
ακόμη περιμένει να ξυπνήσει
γιατί έχει δουλειές στην πόλη το πρωί
κι έναν καφέ επιθυμεί
στης κεντρικής πλατείας
τα δροσερά πλατάνια
Τα πάντα ο Ανδρέας αγνοεί
σαράντα μέρες τώρα καρτερεί
να ξημερώσει...
Ιούλιος 2009
περνάς μέσα από μέρες πικρές, παγωμένες
πούχουν τη σφραγίδα επάνω τους, της καταχνιάς και της λύπης
σύννεφα μαρμάρινα στον ουρανό, σταματημένα
που τα πουλιά προσκρούουν επάνω τους και πέφτουν
-Τα βρίσκεις στο δρόμο ανάποδα τα πουλιά
εκτεθειμένα στη βροχή και τη λάσπη
κατάπληκτα, μες στην επερχόμενη σήψη τους-
Δέντρα υγρά και φύλλα πεσμένα...
Δεν έχει άλλον δρόμο να φτάσεις το φως
παρά να υπομείνεις τις χλωρές καταιγίδες
ακούγοντας σιωπηλός τη βροχή να στάζει στα κιούγκια
μεγάλωσες πια, οι κρόταφοι γκρίζαραν
ανολοκλήρωτος ο καιρός και άφαντος ο φίλος
..........................................
Καμιά φορά πίσω γυρνάς, σε μέρα ολοφώτεινη
ανοιξιάτικη, που το φως έπεφτε σπάταλο στο τοπίο
πολυάριθμα θραύσματα χρυσαφιού, μόρια μεταξένια
μυριάδες τέτοια παντού, να πηδούν πάνω σου
στις πέτρες, στα δέντρα, στα λουλούδια
στο παλιό μαγκανοπήγαδο που έχασκε δίπλα απ’ το μικρό
ξωκλήσι, ζαλισμένα τα έντομα από τις ευωδιές
να πετούν γύρω σου μεθυσμένα
Χρύσιζε μαγικά το νιόκοπο μεσημέρι…
-ήμασταν αθάνατοι εκείνη τη μέρα Αντρέα και άτρωτοι
φορούσαμε μια αόρατη πανοπλία καθώς βαδίζαμε
έντομα παράξενα και μεις, στη λήθη του μεσημεριού
ψάχνοντας για άγρια σπαράγγια
δε νοιαζόμασταν για το μέλλον, τις μέρες που θάρθουν
μιλούσαμε μόνο για κορίτσια, ποδόσφαιρο και άγρια σπαράγγια
λουσμένοι στο ανοιξιάτικο φως, προαιώνιοι φίλοι
βυθισμένοι στην αθωότητα της άγνοιας...
-γιατί η ευτυχία, μόνο στην άγνοια ευδοκιμεί και ο παράδεισος-
Αν υπάρχει μια μέρα φωτεινή στη ζωή μου, αυτή είναι...
την έχω εκ των υστέρων εξορίσει στον υψηλότερο θρόνο
μια μέρα χωρίς τυμπανοκρουσίες, χωρίς μεγάλες επιθυμίες
δυο φίλοι μονάχα, που μαζεύουν ευτυχισμένοι σπαράγγια
μια Μεγάλη Παρασκευή, ανοιξιάτικη μέρα...
πού να φανταζόμασταν τότε, πως θα ερχόταν η ώρα
που η κακιά αστραπή θα διαπερνούσε τη πανοπλία σου
και θα σε μετέτρεπε ξαφνικά σε άφαντο νεκρό φίλο...
Πού νάσαι τώρα;-
Συνεχίζω να ταξιδεύω στο φως, κυκλωμένος απ’ αυτόν τον χειμώνα
που τα πουλιά προσκρούουν στα μαρμάρινα σύννεφα
και πέφτουν στους δρόμους ανάποδα, με τα ψιλά ποδαράκια τους τεντωμένα
συνεχίζω να γυρεύω το φως, ενώ μια υπόνοια δαγκώνει τη σκέψη
πως ενδέχεται να έχω συναντήσει ήδη το φως...
πως δε μου χρωστoύν τίποτα πια οι θεοί, αφού μούδωσαν αυτήν την ημέρα
και πια δεν έχω μπροστά μου, παρά έναν ατέλειωτο μεγάλο χειμώνα
που πρέπει να τον ζήσω, γυρεύοντας απεγνωσμένα τον φίλο
μαζεύοντας τα πουλιά που πέφτουν νεκρά στους δρόμους
επειδή χτύπησαν ανύποπτα στα μαρμάρινα σύννεφα
πούχουν στοιχειώσει μήνες τώρα, τον ουρανό μου...
Δεκέμβρης 2009
-για τον Αντρέα, τον πολύ αγαπημένο-
περισσότερα τραγούδια
απ' όσα μπορούμε ν' αντέξουμε;-
Ο εργώδης ποιητής, την εικοστή του συλλογή
''από δυσμάς'' πυρετωδώς εδούλευε
ξάφνου σταμάτησε, μια φράση εμπρός του
αφήνοντας μισή. Θάλεγες, πως έτσι ωραία
αγωνιζόταν νάβρει, του στίχου μια μετατροπή
Μα όχι! Ιδέα απ΄το μυαλό του πέρασε
άκρως μοιραία και βασανιστική...
''Τι άλλαξε στον κόσμο, μετά από τόσες
συλλογές, μετά από τόση ποίηση;
Ουδέν! Μονάχα εκείνος μπόρεσε
στους κύκλους τους στενούς
στους κύκλους τους αμφίβολους
-πολλάκις έρποντας- να αναρριχηθεί.
Ας είναι. Να... σώσει κανείς τον εαυτό του
μέσα σ’ αυτόν τον χαλασμό, δεν είναι δα κακό
ας κάνει ο καθείς ό, τι μπορεί
Αυτό εσκέφθη.
Και ήσυχος επέστρεψε στη... θαυμαστή
μα μισοτελειωμένη, εικοστή του συλλογή...
Ιανουάριος 2010
την απόγνωση μιας ειρήνης οικτρής
σκλάβοι που ζουν
την απουσία δοξασμένων θανάτων
γερά δεμένοι
σε αλυσίδες δανείων
και χειροπέδες
μηνιαίων λογαριασμών
ωχροί ασθμαίνοντες
αναλώσιμοι σκλάβοι
οσφυοκάμπτες και σιωπηλοί
-προπαντός σιωπηλοί-
το νούμερό τους
στο χέρι βαστώντας
αναμένουν καρτερικά
στα σύγχρονα Νταχάου
σε υπηρεσίες και τράπεζες
σε δρόμους και νοσοκομεία
σε ήσυχα νεκροταφεία
σιωπηλοί στη σειρά τους
σιωπηλά να τους θάψουν
2007
μορφή σκαμμένη απ’ τον καιρό κι από τη σκέψη
κορμί γυρτό, δοσμένο στα χαρτιά και το λυχνάρι
βαρύ το στήθος στη νυχτιά, παιάνες
τραγούδια ανατολίτικα, φωτιά και γύφτοι
σμίλη η πένα, δωδεκάλογους λαξεύει...-
Ο Παλαμάς στο εργαστήρι του σφυρηλατεί
σε μάρμαρο Πεντελικό, τη νέα Ελλάδα!
Τέχνη στιλπνή, λεπτομερής, δίχως ψεγάδι
στο θρόνο τον ανέβασε –δικαίως- του Παρνασσού
(νάνοι εμπρός του οι Δροσίνηδες
δε τον αμφισβητούν, ούτε τόνε τρομάζουν)
Μα τελευταία
κάτι γραπτά λειψά από την Αλεξάνδρεια
που φτάνουνε ανάρια στην Αθήνα
(Έλληνος ποιητού και καθώς λένε αμφιβόλου ηθικής)
σφόδρα τον μαιτρ, έχουν ανησυχήσει…
-Πώς γίνεται σε ύφος ακατάδεχτο
απλό και καταφρονημένο
μια άλλη ποίηση
πρωτόφαντη και απειλητική
τόσο μεγαλόπρεπα να πνέει;
-Πώς ένας άγνωστος (και αμφιβόλου ηθικής)
με σιγουριά και χαλαρότητα, κρυμμένη ειρωνεία
την τέχνη την Παλαμική, τολμά ν΄αμφισβητήσει;
2010
δεν έρχονται με άρματα, τόξα και ελέφαντες
διωγμένοι απ’ τον Ξέρξη, περνούν κρυφά τη θάλασσα
στριμωγμένοι σ’ αμπάρια και βρώμικα κοντέινερς
κατατρεγμένοι φτάνουν, γυρεύοντας πατρίδα
ένα κομμάτι ψωμί, μια θέση άγουρη στον ήλιο
Οι Πέρσες σήμερα μυριάδες, έξω απ' τα σπίτια μας
μοιράζουνε σιντί σε καφετέριες, παιχνίδια στα φανάρια
άνεργοι σε δρόμους και πλατείες, βήχουν στη βροχή
το ξεροβόρι
Απελπισμένοι μας επόρθησαν οι Πέρσες
ο οίκτος η βόμβα μεγατόνων τους
και οι καρδιές μας, ηττημένες Θερμοπύλες
Δεκέμβρης 2010
ίσως λιοντάρι είναι
που τ' άσπρα δόντια μπήγει
στο τρυφερό λαιμό
μιας αντιλόπης
-γεμάτος πείνα και χαρά
που έτσι ωραία
-μετά από τόσο κόπο-
θα δειπνήσει-
Μα προτού
τον φόνο ολοκληρώσει
μεταμορφώνεται
στο ίδιο του το θύμα
-και ξέψυχος στα νύχια
του αναπάντεχου θεριού
με καρδιοχτύπι υπέροχο
σφαδάζει-
2007
όταν θα μ' έχουν ξεχάσει
στις παλάμες με ευλάβεια βαστώντας
το κεραυνό της ερημιάς
Θα γυρίσω ξανά
ενοχλημένος
από της αγοράς τους ανόητους ήχους
και των φθαρτών αγριμιών
τον ενθουσιασμό
Θα γυρίσω με το αίμα ευρύχωρο
τη συντριβή να χωράει
μα πράσινες θα λάμπουν ακόμα
οι φλέβες στα χέρια
Δε θα με γνωρίσει κανείς
θα συζητούν ανέμελα
οι παλαιοί μου φίλοι
Και θα καθίσω μόνος
σ' ένα άδειο τραπέζι
να παραγγείλω φωτιά
Ήσυχα θα τη πιω
το πάτωμα μονάχα κοιτώντας
που θάναι γεμάτο
σκοτωμένα πουλιά...
την αφέλειά σου-
Χάρτινα όστρακα ορισμένα ποιήματα
αιωρούμενα
ιλιγγιωδώς ταξιδεύουν
στη νυχτιά και το χάος
μέσα τους εγκλωβισμένοι ένοικοι
-παραστρατημένοι της δράσης-
χρόνια χαζεύουν την εσωτερική διακόσμηση
ικανοποιημένοι κι αυτάρκεις
από παράθυρα ψεύτικα
και ψευδαισθήσεις
με μαεστρία ζωγραφισμένες
σε κουρτίνες και τοίχους
Έτσι αρμόζει σε κάποιους
κρατώντας κάλπικα για την Εδέμ εισιτήρια
να ταξιδεύουν ανώδυνα
στης μαύρης αλήθειας τα στιλπνά ξυράφια
που αφελείς κι αθώους
να κόψουν περιμένουν...
βάζοντας αλήθεια, τα δυνατά σου
πολλές μάλιστα
τον εαυτό σου εντελώς λησμονώντας
και άλλες προσφέροντας με απλοχεριά
και τη ζωή σου ακόμη,
την ίδια ακριβώς στιγμή
ένα μαχαίρι βυθίζεις στη λύτρωση
που το κοιτάζεις έκπληκτος κατόπιν
-σαν τον φονιά που ξάφνου συνέρχεται
θωρώντας πανιασμένος την πληγή
που αναίτια προκάλεσε στο στήθος
αγαπημένου φίλου-
Έτσι πάντα θα κάνεις. Θα ματώνεις τον κόσμο
προσπαθώντας σαφώς, να τον σώσεις...
(Είναι όμως κι αυτοί, που ποτέ δεν ξυπνούν
στο χέρι τους να δουν το μαχαίρι
συνεχίζουν, σωτήρες απτόητοι
νομίζοντας πως εξαντλούν τη ζωή τους
στην πλευρά των δικαίων...)
αρχές Μαρτίου 2012
ένας ίσκιος από σίδερο
που όμως πονά και σκουριάζει
μέσα στου ήλιου την πυγμή
και τη θλίψη...
ή ένα λουλούδι, πίσω από κάθε όψη
που αντέχει καθημερινά τη φθορά
όνειρα από άπιαστο φως
γιατί μπορεί οι ρίζες
στο χώμα μυστικά να ελίσσονται
μα τα χαμόγελα, τη λήθη ζητούν
και ανθίζουν στην πλάνη
τόσο,
που το κόκκινο αίμα το δυνατό
το ίδιο πολύτιμο με ένα εικόνισμα
και η ζωή φτωχή
χωρίς εκείνο το μετέωρο παράθυρο
ψηλά, καταμεσής του γαλανού ουρανού...
Απρίλης 2012
ξεχαρβαλώθηκε η σκεπή
κι ελεύθερα η βροχή λυσσομανάει
δες τα φυτά τα εμβρόντητα
πώς τρομαγμένα
θροΐζουνε στις γλάστρες-
Απέναντι σε άνεμο θρασύ
ευέξαπτο
που αγέρωχος κινάει από το χιόνι
(μπουμπούκια καψαλίζοντας στο διάβα του
και φύλλων άκρες)
εξαρτημένα απέναντι φυτά
που τρέμουνε
τον σαδισμό της πάχνης...
Επιθυμούν ξανά στοργή
σπαρακτικά ζητούν το χέρι
εκείνου που... κείτεται νεκρός
σιμά στις ροδαλές
και ντροπαλές μπιγκόνιες...
14 Μαΐου 2012
στη μέθη ωραίου πρωινού κι ενός αέρα λυτρωτή
που μ' αλαφράδα μαγική, σπρώχνει αγόγγυστα τα πλοία
αμήχανος ανάμεσα στ' αστραφτερά σου όπλα
δοσμένος σε μιαν αμφιβολία όλο χρυσόφως
όπου φυλάς, νωπές ακόμη συγκινήσεις...
(μιας καστανής την αγκαλιά και τα φιλιά τ' αστέγνωτα
κρυμμένα στο λαιμό και τη μασχάλη, της ανθισμένης
λεμονιάς αγαπημένο θρόισμα σιμά στο παραθύρι
την ταραχή της μάνας, με το ξερό στα χέρια της ζυμάρι
και του πατέρα τη σιωπή, που όλα τα λόγια έπνιξε
του χωρισμού, μέσα σε βλέμμα άτρεμο κι αντρίκιο)
Ταξίδι ολόφρεσκο, καθώς κοιτάς τα πρόσωπα συντρόφων
που κάθονται στην κουπαστή, ωραίοι και άφρονες
από τις υποσχέσεις ενός πολέμου νικητή
που λάφυρα και δόξα θα τους φέρει
Καθώς κινάς λοιπόν για μια άλλη Τροία
τα μάτια στρέψε τελευταία φορά
σε τούτη που άνθισες ακτή...
Μάιος 2012
Όχι ψηλά να πηγαίνει αλλά ευθεία, όπως πηγαίνει το χώμα. Ξυπόλητος.
Όχι προς την αίγλη μιας ψευδαίσθησης που υπάρχει και δεν υπάρχει
αλλά σ' ένα περιβόλι ζωντανό με βραγιές και μυρουδιές
έγχρωμο και ανθισμένο που κλαίει στη ζέστη του Ιουλίου
με δέντρα ολόγυρα όπου πάνω τους τζιτζίκια βασανίζουν ολημερίς το μαύρο
προσκαλώντας αδιάντροπα τον Αύγουστο. Εκεί κάτω από μια καρυδιά
να γεύεται το δροσερό νερό και τους καρπούς, να γεύεται
την απουσία αγαπημένων νεκρών - που κοιμούνται στους ίσκιους
την ευθραυστότητά του να γεύεται κι αυτή την ταπεινή ζωή
που μοιάζει πικραμύγδαλο. Που καίει από χαρά και πόνο
κι από έρωτα άδικο...
επιβλητικά, στιβαρά που από μακριά ξεχωρίζουν σαν γίγαντες
οι άνθρωποι τα κοιτάζουν με δέος και θαυμασμό
τα μελετούν, τα ζωγραφίζουν, περνούν μέρες και χρόνια στον ίσκιο τους...
Θα δεις ποιήματα καταδεχτικά -στο ύψος ακριβώς του ανθρώπου-
όμορφα και πολύχρωμα που τραβούν αμέσως την προσοχή
οι άνθρωποι τρέχουν κοντά, τσιμπολογούν τους καρπούς
τα αγκαλιάζουν, φωτογραφίζονται δίπλα τους
όπως φωτογραφίζεται κανείς
στην κερασιά του σπιτιού του
Και ποιήματα γήινα θα δεις, χαμηλά... ξέρουν καλά τι είναι
δεν έχουν αυταπάτες μα συνεχίζουν να επιβιώνουν θροϊζοντας
σα μικροί, ταπεινοί θάμνοι... οι άνθρωποι όμως τα αγαπούν
να προσελκύσουν τις μέλισσες...
Θα δεις ποιήματα αγέννητα ακόμη, να περιφέρονται σαν αερικά
νεράιδες που χορεύουν στις πηγές και τις βρύσες
μαγνητίζουν σαν οπτασίες μα σε κρατούν σε απόσταση
σε αφήνουν από μακριά να τα δεις, στα καλάμια κρυμμένος
δεν μπορείς να κλέψεις τα μυστικά τους, είναι αέρας
ποτέ δεν ξέρεις αν λένε ψέματα ή αλήθεια
και μόλις κάνεις να πλησιάσεις εξαφανίζονται
σα να μην ήταν ποτέ -όπως συμβαίνει πάντα
με τις υποψίες-
Ποιήματα υπόγεια θα δεις, σα μανιτάρια
Αναρριχώμενα ποιήματα, στριφογυριστά
δεν έχουν ρίζες, απ' τους χυμούς των άλλων τρέφονται
καθώς επάνω σκαρφαλώνουν -μα είναι ακίνδυνα
χωρίς πολλά να απαιτούν, παρά μονάχα λίγη θαλπωρή
και λίγη δόξα δανεική-
Ποιήματα ασπροκίτρινα, εωθινά, αδέξια
χαρά γεμάτα και δροσιά, σαν μαργαρίτες
όλα μαζί στο ξέφωτο
το ένα να παίρνει από το άλλο κουράγιο
θέλουν να ζήσουν παντοτινά, μα λίγη τελικά η ζωή τους
έχουν προλάβει όμως να τη δοξάσουν υπέροχα
όπως τόσο ωραία δοξάζουν
Τόση ομορφιά και Νέμεση
μα οίκτος καθόλου σ' αυτό το δάσος
(τις νύχτες βγαίνουν παγανιά
εμπρηστές και ξυλοκόποι...)
δεμένο στον κάβο περιμένει τον καπετάνιο του
τις νύχτες ονειρεύεται τα βήματά του
προσμένει το χέρι
που θα λευτερώσει στον άνεμο
ξανά τα πανιά του
και θα κρατήσει στο πέλαγο
στιβαρά το τιμόνι.
Το μικρό καράβι
λικνίζεται ανύποπτο
πάνω στις αναμνήσεις
δεν έμαθε
δεν έμαθε ακόμη
το θλιβερό μαντάτο...
............................
Ποιος από μας που ήμαστε εδώ
-μπροστά σ' αυτή τη λύπη συναγμένοι-
θα λάβει το χρέος το πικρό
στο απάνεμο να κατέβει λιμάνι;
Ποιανού βαστάει η καρδιά
ολόρθος να σταθεί
αντίκρυ στ' ανήξερο καράβι
και να πει...
''Ο καπετάνιος σου καράβι μου χάθηκε
δε θα ξανάρθει πια...''
2 Μαϊου 2017
κατεβαίνουν από τα βάθρα, αφήνοντας πίσω
παρατημένο μανδύα την αυταρέσκεια
στέκουν για λίγο αμήχανα στην αρχή
ανάμεσα στον κόσμο που πηγαινοέρχεται
ύστερα κάθονται στα παγκάκια
καπνίζουν, πίνουν τα χάπια τους, συνομιλούν
ατενίζουν έκθαμβα το μικρό και το λίγο...
Όταν γερνούν τα αγάλματα
γυρεύουν απεγνωσμένα έναν Θεό
πηγαίνουν τις Κυριακές στην εκκλησία
φιλούν τις εικόνες, ανάβουν κεριά
πιάνουν μια γωνιά να μη φαίνονται
παρακολουθώντας κατανυκτικά
σχεδόν κρυφά, τη λειτουργία
μετά πηγαίνουν σε ταβερνούλες
δύο μεζέδες, λίγο κρασί, κουβεντούλα
ενίοτε, πιάνουν και το τραγούδι
σφουγγίζοντας με μια χαρτοπετσέτα
τα μαρμάρινα μάτια τους
Τέτοια κάνουν, όταν γερνούν τα αγάλματα
έκπληκτα για τα βάθρα και το ύφος
της προηγούμενης ζωής τους...
26-6-2017
Οι σκύλοι σκελετοί, που για να πιάσουν
ακόμη λιγότερο τόπο
ζαρώνουν την ουρά κάτω απ' τα σκέλια
εκλιπαρώντας για ένα αφεντικό και λίγα αποφάγια...
αυτοί που φτάνουν ναυαγοί στο ομοίωμα κάποιου Θεού
και γονατίζουν μπροστά του, όχι από συμφέρον
μα από σκέτη απελπισία..
τα γυμνά, απουπούλωτα ακόμη πουλιά
που σπρώχνονται και πέφτουν από τις φωλιές
πριν ακόμη ανοίξουν τα μάτια...
όλα τα πλάσματα που μάνα τα γέννησε
μα ταξιδεύουν χαμένες ψυχές
26 Σεπ 2017
Νιώθεις αυτά που έγραψες ως ξένα
Εκεί που κάποτε ήταν όλα διαυγή
τα βλέπεις πια να χάνονται
σαν πλοία ήσυχα, λυτά
στου απείρου την αχλή
ενώ εσύ (δοσμένος
όπως πάντα στην πυρά)
κάτι καινούριο σχεδιάζεις...
Θα έρθει κάποτε ο καιρός
που θα χαθεί ολότελα η μνήμη
θα ταξιδεύουν, τα όσα έφτιαξες
μα δε θα τα γνωρίζεις
θ' αναρωτιέσαι...
''Ποιος νάναι άραγε αυτός
που έδωσε στον άνεμο μορφή;
Ποιος νάναι αυτός που γκρέμισε
τόσων αιώνων κάστρα;''...
15-2-2018
από τις χαραμάδες της ζωής μας και χάθηκαν
που έμειναν έξω από τα αμπαλάζ στις μετακομίσεις
και βρέθηκαν απ' τον καινούριο νοικάρη
τσαλακωμένες, μέσα σε συρτάρια μισάνοιχτα
Kάποιες σελίδες χειρόγραφες, ταπεινές
που τις θεωρήσαμε εντέλει ανάξιες
να μας ακολουθήσουν και τις αφήσαμε.
Κουβαλούσαν στίχους φτωχούς
σκέψεις βιαστικές, γεμάτες μουντζαλιές
κάποιο πρόσωπο ζωγραφισμένο στην άκρη
και μια κηλίδα κάπου, αδιευκρίνιστη
από καφέ, στάξιμο μανταρινιού
ή δάκρυ...
Κάποτε όμως, μας είχαν βοηθήσει να περάσουμε
δύσκολες νύχτες, μας είχαν βοηθήσει ν' αντέξουμε
γιατί κουρνιάσαμε πάνω τους
όπως οι γέροι που κρυώνουν πολύ
στη θάλασσα εισχωρείς περήφανος
ανένδοτος, γεμάτος φως
-που όσο επιμένεις να βυθίζεσαι
τόσο τυφλώνει-
κι αντί...
μετά του πιστολιού τον κρότο
πλάι να γείρεις πέφτοντας...
φτερά στους ώμους σου
αστράφτουν μονομιάς
που απλώνουνται θαμβωτικά
με σπαρταρίσματα, καθώς
την πτήση δοκιμάζουν
για εκεί που ανήκεις
στο απέραντο!...
μ’ όλους μαζί τους εκλεκτούς...
μακριά απ' την πόλη αυτήν τη μίζερη
που οι ζωντανοί -με τρύπες κόκκινες
καταμεσής του στήθους-
ποδοπατούν των λόγων σου
την απλωμένη γύρη
ωχροί και άβουλοι
ωσάν πνιγμένοι...
27 Ιουλίου 2012
και διατάζουνε κρυφά τους ξυλοκόπους
να τα κόψουν
με αίμα ποτίζουνε τη γη...
με ατιμιές, με φρύγανα και φύλλα
και τρέχουν στις φωλιές τους
να κρυφτούν, σα μαύρα φίδια
τους ξέρουμε δα...
με τα ονόματά τους
τα μεγάλα και μικρά)...
σαν φάροι ορθώνονται ξανά
όπου ακόμη και τη νύχτα την κακιά
εκείνοι φωτίζουν την ελπίδα...
Την προσμονή φωτίζουν μιας αυγής
που λέξεις όπως... "φυλή"
ζέχνουν απομεινάρια πρόσφατων φόνων
(και δε βλέπω κανέναν προφανή λόγο
να μου εμπιστευτεί κανείς έναν παράδεισο)
σε ανθρώπους και πλάσματα...
Προτού για τα καλά ξημερώσει
κρατώντας στους ώμους λαγούς
ανθρώπινα κομμένα κεφάλια
επιστρέφετε χαρούμενοι
από την ήττα τόσων πλασμάτων
πέφτετε θριαμβευτές στα κρεβάτια σας
χωρίς τίποτα να θυμάστε το πρωί
(κι ας βρίσκετε μέσα στις τσέπες σας
δάχτυλα κομμένα με αστραφτερά δαχτυλίδια
επιδόματα που δε σας ανήκουν
και στα ψυγεία σας μέσα
κεφάλια, γδαρμένες νυφίτσες
σακκούλες με διαμελισμένα έμβρυα...)
στους νεροχύτες το πρωί
ενδύεστε ξανά με υποκρισία
και πάτε να χτίσετε το άλλοθι
να διδάξετε ηθική
και καλοσύνη να διδάξετε
αφρίζοντας κατά του ρατσισμού
(μπορεί να γράφετε και ποίηση
ηχηροί ανθρωπιστές
οχληροί δικαιοφόροι!)
μήτε καλά, μήτε κακά
-που με χαρά ξεπροβοδίσατε
για να σκοτώσει τον Μινώταυρο-
δεν τα κατάφερε...
Όμως ακόμη ζει
κι απ' ότι μάθαμε
χτυπήματα έδωσε γερά
κι αυτός μες στον λαβύρινθο...
Τώρα πληγωμένος επιστρέφει
Σεφέρης
Κανείς δεν ξεκινά τη ζωή του για να γίνει
ένας Ιούδας, ένας Εφιάλτης
(ποιος αντέχει το βάρος μιας τέτοιας μοίρας)
όμως αχαρτογράφητη η ατραπός Ανοπαία
χωρίς ταμπέλες και σκυλιά προειδοποίησης...
Είναι που σταθήκαμε αφελείς
επιρρεπείς στα λόγια και την κολακεία
κι έπειτα δεν είχαμε τίποτα να χάσουμε
κάνοντας παρέα μ' αυτούς τους ξένους
που όλο γελούσαν, μας χάιδευαν τ' αυτιά
και μας θάμπωναν με τα ωραία τους δώρα
η ζωή φάνταζε όμορφη κι εμείς ξαφνικά ισχυροί
σα θεοί του Ολύμπου, που βλέπαμε κάτω
μυρμηγκοφωλιές τα χωριά των ανθρώπων...
Είχαμε ωραίες για τον κόσμο ιδέες
και μιαν ευφορία πρωτόγνωρη
σαν ουράνιοι αρχιτέκτονες... νομίζαμε
πως είχαμε άλλο από τους άξεστους αίμα
γεννημένοι απ' τη μεριά των δυνατών
αθώοι ως τα μύχια, χωρίς τύψεις...
Όμως ένα πρωί ξυπνήσαμε και είχαμε χάσει τα πάντα
γύρω ερείπια, ψυχές βλογιοκομμένες, αυτόχειρες
και αλυσοδεμένοι που έκλαιγαν
νοσταλγώντας λίγη απ' την παλιά χαρά κι ελευθερία
τότε μονάχα καταλάβαμε, πως η οδός που είχαμε πάρει
ήταν η καταραμένη ατραπός Ανοπαία
και μεις διόλου όπως νομίζαμε -ιδρυτές ενός κόσμου νέου-
μα απλά κούκλες με νήματα στα πόδια, τα χέρια, τα χείλη
εξωμότες, που είχαμε φέρει εδώ άτιμους ξένους
καταδικάζοντας την πόλη, σε αιώνια απελπισία...
Σκυφτοί, μπερδεμένοι σαν ψάρια στα δίχτυα μας τώρα
στοχαζόμαστε το μέγεθος αυτής της τεράστιας πλάνης
μα ήμαστε τόσο ανήμποροι, για οποιαδήποτε ανατροπή
δεν έχουμε την τόλμη ούτε μιας έντιμης απολογίας
και η συκιά τσακίζει τα μάτια μας, γιατί αγχόνη θυμίζει
σωπαίνουμε τώρα, κλεισμένοι ερμητικά στα σπίτια μας
νιώθοντας για πρώτη φορά, πόσο πικρά
πόσο πικρά, είναι πραγματικά τ' αργύρια...
Και τι αυτοκράτορας...
Γι' αυτό όλο πατά τις υποσχέσεις
Πάνε χρόνια που υπόγραψαν με τον Μίνωα αυτήν τη συνθήκη. Να δίνουμε κάθε χρόνο εφτά αγόρια και εφτά κορίτσια για να μπορούμε να διαβιούμε οι λοιποί εν ειρήνη. Συνθήκη ντροπής, τραγική. Κι η πόλη καταραμένη. Δεν βρέχει πια, μόνο φυσά. Ένας ξερός αέρας κίτρινος, που φέρνει που και που λίγες σταγόνες αραιές... κόκκινες σαν αίμα.
Καμμιά ευτυχία. Μήτε προοπτική. Μονάχα κλάμα και οδυρμός. Σκοτεινιά. Ένα μίσος θανάτου που απλώνεται από τα μαυροφορεμένα σπίτια των άτυχων νέων, όπου κάθε χρόνο γίνονται περισσότερα. Ένα μίσος που το μυρίζεις στους δρόμους και τα σοκάκια, στα καφενεία και τα τεχνουργεία, στους ναούς και τις συνάξεις. Μπαίνει μέσα στις ψυχές και τις δηλητηριάζει και φτάνει μέχρι τα ανάκτορα, όπου ο βασιλιάς μερόνυχτα άυπνος με κόκκινα μάτια, αναρωτιέται αν είναι καλύτερα να πέσει με δύναμη πάνω στο ξίφος του για να γλιτώσει μια και καλή. Ποιος θέλει να διοικεί μια πόλη καταραμένη; Δε βγαίνει πια, έχουμε χρόνια να τον ιδούμε. Πώς μπορεί ένας βασιλιάς να περπατήσει ελεύθερα στους δρόμους, ανάμεσα στους χαροκαμένους γονιούς, πώς μπορεί να αναπνεύσει αυτόν τον άτιμο αέρα που φέρνει στα ρουθούνια τη μυρωδιά από αίμα νωπό και αθώο; Πώς μπορεί να σεργιανίσει στην πόλη του, όταν αυτός ο άνεμος δυναμώνει εφιαλτικά παρασύροντας μαζί του, φωνές, ουρλιαχτά και χιλιάδες γιατί που πονάν σαν μαχαίρια; Οι πόρτες κλειδαμπαρώνουν και τα λυχνάρια με το σουρούπωμα σβήνουν. Η πόλη της Αθήνας την νύχτα, είναι μια πόλη νεκρή!
Μα και η ημέρα δεν είναι καλύτερη. Οι περισσότεροι σιωπούν. Και όλοι έχουν βλέμματα ενοχής... ''Εμείς και τα παιδιά μας γλιτώσαμε φέτος μα ποιος ξέρει τι θ' απογίνουμε του χρόνου... ο Μινώταυρος απαιτεί πάλι καινούρια τροφή...''
Μια πόλη καταραμένη. Όπου δε μπορεί τίποτα να στεριώσει, γιατί σε μερικούς μήνες πρέπει να προετοιμάσει την καινούρια θυσία, πρέπει να ριφθούν ξανά οι μαύροι κλήροι και του χρόνου θα χτυπήσουν πάλι οι στρατιώτες τις άτυχες πόρτες να πάρουν τους ανύποπτους σήμερα νέους, έτσι ώστε να συνεχίσει για ακόμη έναν χρόνο, αυτή η καταραμένη πόλη να ζει.
Είναι μια κόλαση. Όπου δεν ανθίζουν πια τα λουλούδια.. Τι κάναμε και φτάσαμε ως εδώ; Ποιος φταίει; Εμείς, ο βασιλιάς ή οι άρχοντες; Ή μήπως όλοι μαζί; Πόσο μισούμε τον βασιλιά και τους άρχοντες που κάθονται άπρακτοι χωρίς να κάνουν τίποτα! Πίκρα. Πίκρα παντού. Πίκρα που στάζει ακόμη κι απ' τον ήλιο. Πίκρα που κρύβεται ακόμα και στο μέλι. Πώς να ζήσεις μέσα σε τόσο τραγική υποταγή...
Είναι βέβαια και οι άλλοι. Που δεν βλέπουν τριγύρω παρά μονάχα τη δουλίτσα τους. Που κλείνουν τα μάτια στις κραυγές και στο λιμάνι. ''Καλά είμαστε κι έτσι. Φταίμε και πρέπει να πληρώσουμε. Τουλάχιστον στέλνοντας εκείνους στον λαβύρινθο, σωνόμαστε εμείς. Ας δοξάζουμε λοιπόν τους Θεούς που έχουμε ακόμη δουλειά, που δεν πείραξε ακόμη κανείς το δικό μας σπίτι, που στέλνουμε ακόμη εμπορεύματα σε άλλα λιμάνια και μας δίνουν φλουριά. Μην είμαστε και πλεονέκτες. Ακόμη και πάνω στο αίμα, μπορούμε να προκόψουμε. Μην κουνηθεί κανείς λοιπόν ουτοπιστής! Δεν τα βάζει κανείς με το θηρίο τον Μίνωα. Κατώτεροι είμαστε και το έχουμε αποδείξει. Δε μας πρέπει φως παρά μονάχα μαστίγιο. Γι' αυτό σκυμμένα τα κεφάλια και σιωπή!''
Οι περισσότεροι όμως από μας -ξέρω καλά- πως δεν αντέχουν αυτήν την τραγωδία. Ο κλήρος είναι τυφλό δρεπάνι. Δεν ξέρεις σε ποια κεφάλια αύριο θα σφυρίξει. Γι' αυτό πολλοί αποφασισμένοι εδώ, ακονίζουν κρυφά μαχαίρια και ετοιμάζουν την τελική αναμέτρηση. Δεν αποδέχονται αυτήν την βρωμερή συνθήκη. Να στηρίζεται μια ολόκληρη πόλη πάνω στο αίμα των παιδιών της. Το σύνθημα είναι ή σωνόμαστε όλοι ή κανείς. Ούτε ένα παιδί μας στον Μινώταυρο. Τσεκούρι και φωτιά στο μαύρο πλοίο, τσεκούρι και φωτιά στους σκυμμένους...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου