αυτούς που έζησαν εδώ
σιμά σ' αυτούς τους τοίχους...
όμως κανείς που τόχτισε
κανείς που το εχάρη
Πώς νάταν άραγε οι μορφές;
Άγγιξαν τα χέρια τους
τις πέτρες που χαιδεύεις...
Πουλιά φευγάτα αγύριστα
κι ο σπαραγμός
φίδι που τρέχει να κρυφτεί
μα ξύπνιο κάπου μένει...
Έλα να χτίσουμε
με πέτρες ένα άνθος
ένα σπιτάκι ευωδιαστό
που μέσα του σα μέλισσες
παράφορα θα ζούμε
μέχρι να γίνουν όλα
-σε πρωϊνό ξένου καιρού-
ερειπιώνας...
Βροχή
Βροχή ατέρμονη
που μαστιγώνει την αυλή
μια αστραπή
τρίζουν τα τζάμια στη βροντή
κι απ' τη πυγμή του κεραυνού
ένα παιδί
στην αγκαλιά της μάνας
τρέχει τρομαγμένο
να κρυφτεί...
Η βροχή
Πόσο ωραία ακούγεται η βροχή...
-σα παιδί που χάθηκε
και σιγοκλαίει στην αυλή
απ' το πρωί-
Αποξηραμένα σύκα
Δαγκωματιές παρηγοριές
Αυγούστου ευωδιές
νησίδα κλέους θερινού
στο καταχείμωνο..
Λύπη της πέτρας
Τα ποιήματά μας τα διαβάζουν οι πέτρες
όχι οι άνθρωποι
μονάχα εκείνες ραγίζουν στα λόγια μας
διαλύονται, γίνονται σκόνη...
Γιατί η σκόνη δεν είναι
παρά η λύπη της πέτρας
-απ' τα ποιήματά μας-
λύπη που γδέρνει τη γη
καθώς τη σέρνει ο άνεμος
απ' άκρη σ' άκρη...
2018
Γέροι στο καφενείο
Έτσι, αδιάφορα, γενναία
παίζοντας πρέφα στον καφενέ
καρτερούν οι γέροι τον θάνατο...
Φέγγουσες μνήμες
Πίσω κοιτώντας
γνωρίζεις το φως
χρυσάφι τριμμένο
μέσα σε χώματα
καλά κρυμμένο
ήρθαν βροχές
καιρού καταιγίδες
τ' ανάξια πήραν
ατόφιες, ανάριες
άφησαν πίσω
μνήμες καθάριες
2014
Εικόνα γέρου
Στη θέα γέρου
κουρασμένου και κυρτού
αν δεις μιαν ετοιμόρροπη μορφή
που λίγο από τον τάφο του απέχει
είσαι μισός, δεν ξέρεις...
τη μακριά διαδρομή
ταξίδια τον εξάντλησαν
και συμπληγάδες
έργα του μυαλού και των χεριών
γυναίκες που άγγιξε και στάξαν
παλιό, τρανό πολεμιστή
θανάτου περιφρονητή...
Στη θέα γέρου
όμορφο λουλούδι αν δε δεις
που μνήμες και νέκταρ ξεχειλίζει
είσαι μισός, δεν έμαθες
βαθιά και ώριμα να βλέπεις...
Γήρας
Ωραίες κάποτε γυναίκες
που σαν τον ήλιο δύουν πια
στα μάτια ατόφια η ομορφιά
και στα βαθιά, γαλήνη...
Βαβέλ των νάρκισσων
Να δεις που οι τόσες κουβέντες μας
χιλιάδες θα γίνουν μονόλογοι
κι ένα μουρμουρητό ακατάληπτο
στην αφεντιά μας θυσία
σαν καπνός, ψηλά θα πηγαίνει
τον εαυτό μας αποθεώνοντας
μέχρι για πάντα να χαθούμε
μόνοι, ωραίοι, δοξασμένοι...
2012;
Το μυστικό
Αν είχαμε βρει το ακριβό το μυστικό
(μέσα στην ποίηση)
θα είχαμε σταματήσει να γράφουμε
για να μας βλέπεις ακόμη εδώ
σ' αυτό το σκοτεινό ορυχείο
-μαυρισμένους, σκονισμένους
με κείνη την κηλίδα στο βλέμμα
του ανεκπλήρωτου- πάει να πει
πως ακόμη το ψάχνουμε...
Ποιητές
Μικρά, τρελά
του πόθου παιδιά
που στους καθρέφτες
όχι πρόσωπα
μα λάμψεις κοιτούν
και χτενίζουν
αντί για μαλλιά
φλόγες
1996
Για την ποίηση
Πάντα κοντά της ήμουνα
και πάντα τη μισούσα
σαν ένας συγγενής στενός
που σόι δε διαλέγει
πόσο μακριά θα πέταγα
π' αυτήν αν το μπορούσα
σαν αετός που φτέρωσε
κι απ' τη φωλιά του φεύγει
2005
Άπληστοι
Στο σκοτάδι
κι οι ποιητές που θάφτηκαν
κάτω από τόνους λόγια
κούφια
οι άπληστοι...
Μνήμη καλοκαιριού
Συναντήθηκα με κάτι τεμπέλικα δέντρα
μ' έναν δυόσμο στοχαστικό και περιπατητή
με τζίτζικες σταχτιούς που παίζαν
κρυφτό στα φυλλοκάρδια
και κάτι πονηρά πουλιά που καρτερούσαν
να στρέψεις αλλού τη κεφαλή
για να σου κλέψουν ψίχουλα
πάνω απ' το τραπέζι...
Τι στο καλό γυρεύαμε αυτό το καλοκαίρι
τόσοι τυχοδιώκτες, στο ίδιο μέρος;
2017
Μυρμήγκι
Να μιλάς για σένα κάθε είκοσι χρόνια
αυτό είναι δύναμη
γιατί δεν είσαι, παρά ένα μυρμήγκι
που σέρνει με κόπο το σπυρί του
κάθετα διασχίζοντας, την άσφαλτο...
2012
Ηνεμόεντες
ον εκόσμησεν Αντίμαχος, διά πολλών επών...''
Στράβων
Σαρώσαν πόλεις κι ιερά
και τον Αντίμαχο επήραν οι ανέμοι
σκόνη, γενιές ανθρώπων μυρμηγκιές
που γύρω με συνέπεια, το χώμα αλετρίζαν...
Όμως εδώ των μύθων ο ανθός, ο Τευμησός
-η Λαίλαψ, η Αλεπού, η Ευρώπη, οι Τελχίνες-
κι ο στίχος που γύρω του πετά, άφθαρτη πεταλούδα
''Έστι τις ήνεμόεις ολίγος λόφος''...
Δέρνουν τον λόγο, τον Σωρό* αιώνες και ανέμοι
μα τούτοι, κρατούν και... ''αύξονται ούτως εις άπειρον''!
4.12.2019
Το ποτάμι
στο παλιό... το πέτρινο γεφύρι.
Δεν ήταν πια παιδιά, να ψάξουν
από πού έρχεται
περιμένοντας
Είπες... θα γίνω ποιητής
εικάζοντας, πως τέτοιος όντας
απ' όλους θα θαυμάζεσαι
Θλίψη
Κρύψτε καλά τη θλίψη
στους νέους Παρθενώνες
Οι νέοι ποιητές
που έρχονται χαρούμενοι
δεν ξέρουν πόσο δύσκολο μας είναι πια
να διαβάζουμε στίχους...
(τους δικούς μας προπάντων!)
Τα χωριά που πεθαίνουν
-στη Γαρυφαλλιά-
σα να ντρέπεται να βρέξει στο φως
γάμου τραγούδι...
κουράστηκαν να κουβαλούν
Βαριοί, σαν αγάλματα τώρα
βουλιαγμένοι στη θύμηση
Αμφιλύκη
Σπιτάκι
εκεί στην άκρη του βουνού έχω ζηλέψει.
και δεκανίκια η ποίηση
ή είναι
ή δεν είναι
ή με το στίγμα της χιλιόχρονης
ή με τη πρώτη ανάσα
μωρό βαριόμοιρο, μελανιασμένο
πριν απ' το πρώτο κλάμα του
θα σβήσει...
που θέλουνε τον ποιητή
ένα παιδί απόμακρο, χλωμό
παράταιρο...
με τα πανέρια και τ’ ανθάκια του
εύθραυστη μορφή στην άκρη
κυκλωμένον τον θέλουν
από ουτοπίες...
Ναι, είναι κι αυτοί που θέλουνε τον ποιητή
μιαν άσπιλην εικόνα
απ' το κακό του κόσμου
να ξεκουράζουνε καμιά φορά
τα μάτια τους...
2011
στη νεφελώδη στέπα
όχι μόνον του στίχου
μα και της πόλης
την αρμονία φυλάττει
-μην εξουθενώσει τον αδύναμο
του δυνατού η απληστία
μην ταριχεύσει τον ισχυρό
του ανισχύρου ο φθόνος-
…………………
κι ο ποιητής ως Διγενής
τους δράκους των ανθρώπων
Οκτώβρης 2011
Συνήθης ύποπτος
Έναν ιδρωμένο Ρασκόλνικωφ;
Έναν φλεγόμενο...
Τίποτε απ' αυτά!
Ένας συνήθης
που πίνει ήσυχα καφέ
με δύο φίλους. Σιμά
ένα κλειστό βιβλίο.
Κάπου κάπου μόνο
σκαρώνει στα κρυφά
ωρολογιακούς μηχανισμούς
που όταν σκάνε
γεμίζουν οι γειτονιές αρώματα
και στα φανάρια
άλογα xλιμιντρίζουν...
που δεν ξεκίνησαν ποτέ
για κάποια Τροία...
δεν έχουν να πληρώσουν τη ΔΕΗ
και δε διαφέρει αυτή η πληγή
απ' τις πληγές ενός Διομήδη
ενός Μαχάονα, τίποτα-
της τελευταίας καμπάνας
από τα βάθρα κατέβηκαν
της πόλης τ' αγάλματα...
Σε άλογα χάλκινα
με όπλα στα χέρια
βιβλία και ξίφη
γυρεύουν τη θάλασσα
-διάτρητα από λύπη
και σφαίρες γαζωμένα-
..................
Ορδές αγαλμάτων
απ' όλους τους δρόμους
αγγίζουν τη θάλασσα...
Βουλιάζουν
μέχρι που χάνονται
αφήνοντας πίσω
πόλη τυφλή
ασάλευτη θάλασσα
με φεγγάρι λουσμένη
και αίμα
10 Μαϊου 2012
φτωχός, ξερακιανός
χλωμός κι ανέραστος
που άγρυπνος μεσάνυχτα
σ' ένα κελί μελλοθανάτου
μπαίνει...
με μνήμη και με θλίψη-
Στην καρδιά του, μαύρο αγριόχορτο
φωτιά στη μνήμη και παντού...
Vincent van Gogh ή Rembrandt-
να ουρεί...
αυτή η καχυποψία
πως τάχα σε τούτο τον ασκό
είχε συνάξει θησαυρούς
και όχι τους κακούς
του Αίολου αέρηδες
παλιά βαριά πληγή
αυτή η αμαρτία
…………………
Τώρα χτυπημένοι στα βράχια
χωρίς καράβι
χωρίς ψωμί
χωρίς πυξίδα
όσοι απόμειναν...
2011
αρρενωπό της γης λιοντάρι
περήφανα διαβαίνει σπέρνοντας νεκρούς
η σκιά τους
γύρη των μαραμένων λουλουδιών
στον άνεμο πλανιέται αναζητώντας
χώμα και τόπο
να ξαναγεννηθεί...
πως το χειρότερο θάναι
το νάμαστε αυτόνομοι
πεπερασμένοι...
χωρίς την υπόνοια
πως ρίζες ήμαστε, αθάνατου δέντρου
που τρέφεται απ' τις οδύνες μας
ανθίζει απ' τα αναφιλητά μας
και καρπίζει, ολοένα καρπίζει
μες στην αόρατη άνοιξη...
το καλοκαίρι τελειώνει...
καθώς εκείνη ντύνεται κι αυτός καπνίζει
χιλιάδες μικροσκοπικοί μαύροι σκαφτιάδες
στη άκρη του αριστερού ματιού
βαθαίνουν τη ρυτίδα, που λίγο πριν
εκείνη χαμογελώντας φίλησε...
ευλογήθηκαν
κτήμα να τις έχουν για πάντα.
Μα όταν ήσυχοι μακαρίως κοιμούνται
αυτές σε μουσκεμένα εσώρουχα ονειρεύονται...
ν' αποδρούν από την άδικη
συρματόπλεκτη κλίνη...
Έτσι ιδρωμένες ιππεύουν άλογα φτερωτά
και μέσα σε έναστρους πετώντας ουρανούς
ξεπεζεύουν ξέπνοες, αλλόκοτες, τρελές
σε ξένα κρεβάτια
χωρίς όνομα
χωρίς πρόσωπο
εραστών...
πάνε οι δόξες οι παλιές
τα μεγαλεία
και οι καλές ημέρες
πέρασαν οι ευγενείς καιροί
τώρα
ακόμη κι ο Ελύτης
γδάρτης δελφινιών,
στης ανάγκης
το σταχτόπλωρο καράβι...
περίμενε τη στοργή της βροχής
να μουλιάσουν οι σπόροι
να ξυπνήσει ξανά η φωνή
και ν' ανθίσουν στον κάμπο
τα κόκκινα λόγια...
Να μη βραχώ...
Mα είπα να μη βραχώ
να μη βραχώ απ' αυτήν την πικροθάλασσα
να μείνω είπα, για πάντα έφηβος
να μην ηχήσω
σαν όλα τα τζιτζίκια των καιρών μας
λυπημένα...
σ’ αυτόν το κήπο της συμφοράς και της αγάπης
έκπληκτος ναι, δυστυχισμένος όχι
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου