Τετάρτη 22 Απριλίου 2026

Πρώτη κριτική Μάνου Τασάκου για μέρος των ποιημάτων του Γιώργου Πύργαρη

 

(Το ιστορικό της κριτικής του κ. Τασάκου...
Είχα ζητήσει στις 26 Ιανουαρίου 2020 σε προσωπικό μήνυμα στο fb, στον κ. Τασάκο να ρίξει μια ματιά στα ποιήματά μου που είχα στο blog. Kαι εδώ μια μικρή απολογία. Ποτέ μέχρι σήμερα δε ζήτησα τη γνώμη κριτικού. Δεν ξέρω αν ήταν από εγωισμό. Απλά δεν είχα εμπιστοσύνη στη ψυχή τους. Στον κ. Τασάκο διέκρινα όχι μόνο τη γνώση πραγματικά του αντικειμένου, τη διορατική ματιά, την ικανότητα να ανάγει την κριτική σε έργο τέχνης, αλλά διέκρινα επίσης μια ευγενική, ειλικρινής και έντιμη ψυχή. Και όλα αυτά, μονάχα από τα κείμενά του στο διαδίκτυο. Χωρίς να τον ξέρω προσωπικά, χωρίς να έχουμε συναντηθεί καν σε κάποια εκδήλωση. Του ζήτησα λοιπόν να ρίξει μια ματιά στα ποιήματά μου, ενώ ήμουν πια 55 ετών. Επειδή πέρασαν δύο μήνες και δεν πήρα απάντηση, συμπέρανα πως είτε δεν του άρεσαν και δεν απάντησε για να μην με πικράνει, είτε δεν είχε χρόνο να τα δει. Και επειδή είχα κουραστεί και βαρεθεί πολλά χρόνια να βλέπω τα ικανά (κατ' εμέ) ποιήματά μου στο blog -ίσως και από μια ανάγκη ανανέωσης- τα κατέβασα τον Μάρτιο του 2020 όλα και ανέβασα ποιήματά μου που δεν εκτιμούσα ιδιαίτερα, ας πούμε... τα παραπεταμένα μου. Ο κ. Τασάκος λοιπόν σε αυτή τη φάση μπήκε στο blog μου. Λόγω φόρτου εργασίας, είδε τα ποιήματά μου τον Απρίλιο και έπεσε πάνω στα παραπεταμένα. Ατυχία βέβαια. Η πρώτη λοιπόν κριτική έγινε πάνω σε αυτά.)




Κύριε Πύργαρη καλησπέρα σας…

Ζητήσατε την γνώμη μου για ποιήματα που έχουν αναρτηθεί στην ιστοσελίδα σας. Τα διάβασα όσο μπορούσα προσεκτικότερα, (είναι ανελέητος ο χρόνος και ο όγκος των έργων που καταφθάνουν μεγάλος) και θα αναφερθώ πρωτίστως σε κείνα που θεώρησα ως περισσότερο άρτια και αξιόλογα. Θυμηθείτε πάντως ότι στο τέλος-τέλος, όσα γράφω παρακάτω είναι απλώς μία γνώμη, τίποτε αμετάκλητο και τίποτε φυσικά εξ ορισμού αλάνθαστο ή τελειωμένο.
Ανάμεσα λοιπόν σ’ αυτά που διάβασα, χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια, θα ξεχώριζα το ποίημα «Το ποτάμι»...

Το ποτάμι

Κάθονταν αμίλητοι οι γέροι
στο παλιό... το πέτρινο γεφύρι.
Δεν ήταν πια παιδιά, να ψάξουν

από πού έρχεται
και πού πηγαίνει το ποτάμι.

Ήσυχα δολώναν τα καλάμια

περιμένοντας
τα ψάρια να τσιμπήσουν...


Είναι ολιγόστιχο και εκ των πραγμάτων δεν φλυαρεί, εικονογραφεί με τρόπο λιτό και πειστικό, δίνει εξαιρετικά την αντίστιξη ανάμεσα στην επαναστατημένη νιότη και το παραιτημένο γήρας και, προ πάντων, εμπερικλείει έναν στοχασμό. Οπωσδήποτε στοχασμό όχι πρωτότυπο, (μα δεν υπάρχει και παρθενογέννεση πια στην ποίηση, τουλάχιστον όχι συχνά…), αλλά η απόδοσή του είναι πρωτότυπη και απολύτως εύστοχη. Παρά το ότι γραμμένο σε ελεύθερο στίχο, διαθέτει επίσης ρυθμό. Λίγη προσοχή μόνο χρειάζονται τα σημεία στίξης, στο συγκεκριμένο ποίημα τα κόμματα θέλουν κάποιες αλλαγές στην τοποθέτησή τους. Κατά τα λοιπά ένα πράγματι καλό ποίημα.
Το «Μυρμήγκι» διαθέτει επίσης παρόμοιες αρετές, η δύναμή του απλώς μειώνεται σε σχέση με το προηγούμενο γιατί απουσιάζει κάποια πρωτότυπη μεταφορά ή αλληγορία σε ένα κατά τα λοιπά χιλιοειπωμένο θέμα. Παρόλα αυτά έχει τις ίδιες αρετές με το «Το ποτάμι» σε ρυθμό, λιτότητα και αρχιτεκτονική στίχου...

Μυρμήγκι

Να μιλάς για σένα κάθε είκοσι χρόνια
αυτό είναι δύναμη
γιατί δεν είσαι, παρά ένα μυρμήγκι
που σέρνει με κόπο το σπυρί του
κάθετα διασχίζοντας, την άσφαλτο…

Η «Μνήμη καλοκαιριού» είναι επίσης ένα καλό ποίημα, ιδιαίτερα καλό στην εικονογραφία του, τόσο που θα μπορούσε να αποτελέσει και στιγμιότυπο ευρύτερης ενότητας με καλοκαιρινές εικόνες ή αναμνήσεις. Θα μπορούσε επίσης να σταθεί εξαιρετικά ως προεισαγωγικό κείμενο σε έκδοση συλλογής.

Μνήμη καλοκαιριού

Συναντήθηκα με κάτι τεμπέλικα δέντρα
μ' έναν δυόσμο στοχαστικό και περιπατητή
με τζίτζικες σταχτιούς που παίζαν
κρυφτό στα φυλλοκάρδια
και κάτι πονηρά πουλιά που καρτερούσαν
να στρέψεις αλλού τη κεφαλή
για να σου κλέψουν ψίχουλα
πάνω απ' το τραπέζι...

Τι στο καλό γυρεύαμε αυτό το καλοκαίρι
τόσοι τυχοδιώκτες, στο ίδιο μέρος;

Αν και «αντιποιητικό» σε γλώσσα, μού άρεσε πολύ και το «Άδοξη Ειρήνη». Ένσταση διατηρώ μοναχά για τον τίτλο, για ένα τόσο χαμηλότονο ποίημα βρίσκω πως είναι υπερβολικά πομπώδης, στερεότυπος και κάπως μελοδραματικός. Η αλλαγή του νομίζω πως θα βελτίωνε καθοριστικά, (άλλωστε και ο τίτλος στίχος είναι…) ένα έτσι κι αλλιώς γερό ποίημα.

(Άδοξη ειρήνη) 'Αντρες που ξέμειναν εδώ...

Άντρες που ξέμειναν εδώ
που δεν ξεκίνησαν ποτέ
για κάποια Τροία...
δεν έχουν να πληρώσουν τη ΔΕΗ
και δε διαφέρει αυτή η πληγή
απ' τις πληγές ενός Διομήδη
ενός Μαχάονα, τίποτα-

Αυτά τα τέσσερα ποιήματα τα νομίζω αξιότερα ανάμεσα στα υπόλοιπα, δεν είναι κακή αναλογία.
Τώρα, να πω δυο λόγια για την συνολική αίσθηση που αφήνουν τα υπόλοιπα. Ή, για να το πώ διαφορετικά, ποια είναι εκείνα τα προβλήματα που δεν τ’ αφήνουν ν’ απογειωθούν, να ευστοχήσουν, να γενούν ποίηση υψηλής αξίας;
Το πρώτο, η γλώσσα, είναι αρκετές οι φορές που γλιστρά στο στερεότυπο και στερεότυπο σημαίνει λέξη πολυχρησιμοποιημένη που έχει χάσει το νοηματικό της βάρος. Δείτε για παράδειγμα τους στίχους
«…τις φέτες αφήνοντας να στριφογυρίζουν
στο αναπάντητο τραπέζι τής Τάξης…»
Τι πάει να πει άραγε αναπάντητο τραπέζι; Τι προσθέτει στο ποίημα ως νόημα, έστω ως στολίδι; Είναι από εκείνα τα επίθετα που χρησιμοποιούνται κατά κόρον στην σημερινή ποίηση, αλλά στην ουσία τους είναι κενά, βρίσκονται εκεί μόνο και μόνο για να προσθέσουν στο κείμενο καλολογία, βάρος, να υπονοήσουν στοχασμό. Δυστυχώς πετυχαίνουν το εντελώς αντίθετο αποτέλεσμα, κάμουν το ποίημα να ακούγεται μη γνήσιο, επιτηδευμένο. Είναι αλήθεια ότι στα περισσότερα ποιήματά σας αυτό το «ελάττωμα» δεν περισσεύει, αλλά πάντως δεν παύει να υπονομεύει κάποιες καλές ιδέες και να τραυματίζει την οικονομία τού κειμένου.
Ο δεύτερος μεγάλος εχθρός ενός ποιητή είναι η κοινοτοπία, ένας κάποιος μελοδραματισμός, μία μελαγχολική διάθεση, που όμως δεν βρίσκει πειστική δικαιολογία, δεν έχει εμφανείς πυροδοτήσεις, δεν διαθέτει αυθορμητισμό. Θα έλεγα ότι το ποίημα «Φεγγοβολιά», (ως παράδειγμα το χρησιμοποιώ…)

Φεγγοβολιά 

Φεγγοβολιά στη νύχτα μου
πώς ν’ αφεθώ στον άνεμο
και την αδίσταχτη φωτιά που με προστάζει
καπνός ο εαυτός μου
χάνεται αψηλάφητος κι αλλάζει
καθώς μια χίμαιρα
με όλες τις ευχές
και μ’ όλες τις κατάρες με προετοιμάζει

γι’ άλλο ταξίδι ονειρευτό
γιατί με σένα την Ιθάκη μου ζυγιάζει...

τείνει προς αυτά τα χαρακτηριστικά, είναι σχετικά όμορφο τεχνικά και γλωσσικά, όμως δεν κατορθώνει ν’ αποτυπώσει την «κεντρική ιδέα», μια έντονη ψυχική κατάσταση, μια αποκορύφωση, έστω μια λύτρωση. Είμαι βέβαιος πως γνωρίζετε ότι η πρωτοπρόσωπη αφήγηση στην ποίηση κρύβει πολλές παγίδες και η επιτήδευση είναι η πρώτη από αυτές, ένας παλαιός ποιητικός κανόνας έλεγε «όσο πιο κοντά το πρόσωπο, τόσο πιο χαμηλός ο τόνος τού στίχου». Είναι και ένας από τους λόγους, για παράδειγμα, που ο Καβάφης προτιμά σε πολλά του ποιήματα το τρίτο πρόσωπο – είναι μία τεχνική που αποφορτίζει την ένταση στο κείμενο και «περνά» ευκολότερα μηνύματα, που σε διαφορετική περίπτωση θ’ ακούγονταν πολύ διδακτικά ή πολύ στομφώδη.
Και το τρίτο πρόβλημα σχετίζεται φυσικά με το νοηματικό βάθος, τον στοχασμό που κρύβεται πίσω από τον στίχο. Εδώ έχουμε και την μεγαλύτερη δυσκολία στους νέους ιδιαίτερα ποιητές που γράφουν σε δύο διαστάσεις και αγνοούν την τρίτη, εκείνη τού βάθους.
Υπάρχουν ποιήματα όμορφα, αισθητικά άρτια, που μάς ταξιδεύουν σε μια διαφορετική πραγματικότητα και είναι ποιήματα οπωσδήποτε απαραίτητα, πρόκειται για ποίηση που υπηρέτησε πιστά η Αθηναϊκή σχολή, εν μέρει οι συμβολιστές και αρκετοί ακόμη. Δεν υποτιμώ καθόλου την προσφορά τους, μάλιστα σύντομα θα επιστρέψω σε όλους αυτούς με αφορμή ένα αφιέρωμα στον Κωνσταντίνο Χατζόπουλο. Το ποίημα σας «Φιλί», (ένα όμορφο ποίημα), είναι ένα παράδειγμα αυτής τής κατηγορίας...

Φιλί

Μελάτο σύκο ανάμεσα στα στόματα
των κορμιών ο Άυγουστος γινώνει
είναι η αρχαία πείνα
τα χείλη μυστικά σιμώνει
προς τον καρπό, που ξάφνου χάνεται
και χείλη ακουμπούν

αντί γι' αυτόν
τα χείλη...

Είναι πολύ όμορφο πράγματι, καθώς δημιουργεί ανάγλυφη την εικόνα τού καλοκαιριού, ενώ όλα τα ρήματα που χρησιμοποιούνται συντείνουν σε τούτη τη θερινή ραστώνη, στο μέλωμα, στην ηδυπάθεια, στην παραλυτική ζέστη.
Όμως, από ένα σημείο και πέρα, όλο τούτο εξελίσσεται, (ή θα πρέπει να εξελίσσεται), πέρα από την φωτογραφία μιάς σκηνής, προς το παρασκήνιό της. Και εκεί είναι που δίνει εξετάσεις η καλή ποίηση, όταν δηλαδή ξεκινά να φιλοσοφεί, να αναρωτιέται, να προβληματίζεται, (έξοχο δείγμα παρόμοιας ποίησης ο Παπατζώνης). Δεν είναι εύκολο, καθόλου εύκολο.
Νομίζω λοιπόν ότι, ενώ σε ένα πρώτο επίπεδο τα δείγματα γραφής σας είναι πολύ καλά, γίνεται απαραίτητη η εξέλιξη τής ποιητικής σας προς μονοπάτια περισσότερο απαιτητικά, βαθύτερα, στοχαστικότερα. Η αισθητική δεν πρέπει βεβαίως να χαθεί, μήτε κάποιες ιδιαιτερότητες τής γραφής σας, (ο τρόπος για παράδειγμα που χρησιμοποιείτε τον διασκελισμό στον στίχο…), απλώς κρατώντας τα όποια σημερινά πλεονεκτήματα να διευρύνετε τα νοηματικά πεδία.
Βεβαίως, δεν θα ήθελα να παρεξηγηθώ. Εάν αναφερόμαστε στα σημερινά κριτήρια (;) για την ποίηση, τα ποιήματά σας στέκουνται αξιοπρεπώς και με το παραπάνω. Όσα αναφέρω εδώ βασίζονται σε κριτήρια διάφορα, πολύ πιο απαιτητικά. Και μ’ αυτήν την έννοια, είναι κριτήρια που δεν αρκούνται στην ευκολία, στην γρήγορη γραφή, στα τετριμμένα. Η απόφαση είναι τού κάθε ποιητή ξεχωριστά για το ποιον δρόμο θέλει να ακολουθήσει.
Ίσως σάς στενοχώρησα και λυπάμαι εάν αυτό συμβαίνει. Αλλά επιζητώντας μία κρίση, νομίζω ότι επιζητάτε περισσότερο την επισήμανση κάποιων αδυναμιών, παρά τον έπαινο. Και όπως είπα στην αρχή δεν είναι παρά μία γνώμη. Πιθανώς και λανθασμένη.
Εύχομαι τα καλύτερα σε όσα δημιουργείτε…

Με εκτίμηση,
Μάνος Τασάκος
28/4/2020

Δεύτερη κριτική του Μάνου Τασάκου σε ποιήματα του Γιώργου Πύργαρη

 

(Στη συνέχεια, του έστειλα τα ποιήματα που εγώ θεωρούσα καλά. Και ο κ. Τασάκος απάντησε πάλι. Εν κατακλείδι, λαμβάνοντας υπ' όψη και τις δύο κριτικές προσεγγίσεις του, έχω να πω πως δεν έκανα λάθος όταν τον εμπιστέυθηκα να ρίξει μια ματιά στα ποιήματά μου. Ο κ. Τασάκος με σεβάστηκε χωρίς να χαϊδέψει τ΄αυτιά μου. Σε σημεία μάλιστα είχε απόλυτο δίκιο και υιοθέτησα τις αλλαγές που πρότεινε. Είδα το έργο μου με τα δικά του μάτια και τούτο με βοήθησε.Τον ευχαριστώ για την τιμή που μου έκανε να ασχοληθεί με τα ποίηματά μου και έλαβα πολύ σοβαρά τις προσεγγίσεις του. Στο κάτω κάτω έχουμε να κάνουμε με έναν μαιτρ του είδους -αν όχι τον μοναδικό, έναν από τους ελάχιστους που έχουν απομείνει κριτικούς της ποίησης- και θα ήταν αδιανόητη αφέλεια και αμετροέπεια από μέρους μου, να μη λάβω σοβαρά ακόμη και τις επικρίσεις του)...




Κύριε Πύργαρη, καλησπέρα σας…

Κατ’ αρχάς να ζητήσω να συγχωρέσετε την μεγάλη καθυστέρηση στην επικοινωνία μας.
Θα γενώ λίγο αιρετικός και μάλλον θα σάς ξαφνιάσω. Διάβασα τα ποιήματά σας και προσπάθησα να θυμηθώ τα προηγούμενα, εκείνα που ονομάσατε πρωτόλεια, (γράφω «να θυμηθώ», γιατί δυστυχώς δεν τα βρήκα στο blog σας). Και εκείνο που θα έλεγα με μία πρώτη ανάγνωση, είναι πως τα πρωτόλεια υπόσχονται αρκετά περισσότερα από τα επόμενα. Προσπάθησα να σκεφθώ τούς λόγους. Και νομίζω ότι ένας από τους βασικότερους είναι η λεγόμενη οικονομία κειμένου.
Στην καλή ποίηση πολλές φορές εκείνα που διαθέτουν μεγαλύτερη ένταση είναι όσα δεν γράφονται ή όσα υπονοούνται. Όσοι γράφουμε, εκ των προτέρων υποθέτουμε ότι ο αναγνώστης δεν θα αντιληφθεί εύκολα τα νοηματικά τού κειμένου και έτσι γινόμαστε πολλές φορές υπερβολικά επεξηγηματικοί, κάποιες φορές και φλύαροι.
Βεβαίως, παίζει ρόλο και το περιεχόμενο. Για παράδειγμα το ποίημά σας «Καταφιλήσω…», (το βρήκα αρκετά ενδιαφέρον…), τεχνοτροπίας Καβαφικής, απαιτεί κάπως εκτενέστερη περιγραφή και μία θεατρικότητα.

Καταφιλήσω…

Ήταν ωραίο το δειλινό...
Η Κασσιανή μες στο κελί, σε έξαρση ποιητική
μίαν ωδή εδούλευε. Μα όταν έγραψε...
''καταφιλήσω τους αχράντους σου πόδας, αποσμήξω 
τούτους δε πάλιν τοις της κεφαλής μου βοστρύχοις''
έπεσε σε συλλογή... -''Καταφιλήσω'';
Πώς από μέσα της ξεπήδησε η λέξη αυτή;
Φανέρωνε ταπεινοσύνη, συντριβή
ή ήταν έντεχνα κρυμμένη, ερωτική;
Καλύτερο δε θάταν  το ''ασπασθώ;''
''ασπασθώ τους αχράντους σου πόδας!''
Πιο σεπτό! Πιο ιερό! Αλλά ''καταφιλήσω'';;;;

Τον κάλαμο επήρε η Κασσιανή
να διορθώσει την παρεκτροπή.
Μα δεν επρόλαβε...
άλογα μπήκαν στην αυλή
και μια φωνή... -Ο αυτοκράτορας!

...................................

Αργότερα, σα βγήκε απ' την κρυψώνα της
λίαν τρεμάμενη, σκύβει στην περγαμηνή...
''ων εν τω παραδείσω Εύα το δειλινόν
κρότον τοις ωσίν ηχηθείσα, τω φόβω εκρύβη''
είχε προσθέσει ο Θεόφιλος
κάτω απ' τη δική της την ωδή...
-Μα πώς μπορεί μέσα στον ύμνο της
τόσο αδιάντροπα, αυτός να βλασφημεί;
Ποιαν Εύα; Την αφεντιά της εννοεί, που προ ολίγου
τα βήματά του ακούοντας, έτρεξε να κρυφτεί!
Πολύ οργίσθη η Κασσιανή
και πήρε να κάψει την ωδή...

Μα ήταν ωραίο το δειλινό!
Και στο κελί της έμπαινε, μια ευωδιά γαζίας...
(απ' την κρυψώνα της... άκουγε την ανάσα του
την προσμονή του ένιωθε, πούθελε να τη δει
κάποια στιγμή ακούστηκαν ακόμη και...λυγμοί)

-Θα τους κρατούσε! Δεν ήταν οι στίχοι του κακοί
την έθελγε κι η σκέψη, κάτι να είχανε μαζί
έναν δικό τους ύμνο, πνευματικό παιδί!
Λοιπόν, θα τους κρατούσε!...
(από τη χαραμάδα, μόνο τα πόδια του  έβλεπε
πόδια λευκά... τα δάχτυλα, οι αστράγαλοι
καμάρες και κατατομή αρμονικά...
μόνο τα πόδια του έβλεπε τα πόδια τ' ακριβά
που τόσο ωραία έντυναν, σανδάλια περσικά)

......................................

-Όσο για το ''καταφιλήσω'' είναι πιο δοτικό
ψυχρό και σύντομο εκείνο το ''ασπασθώ''
(άσε που αντικρούεται και με το... ΄΄αποσμήξω΄΄)
΄΄Καταφιλήσω, τους αχράντους σου πόδας...΄΄
Πάει καλύτερα, θα το άφηνε...

Αντίθετα, ο «Μινώταυρος», (πολύ καλή η ιδέα τής ανατροπής τού μύθου), θα μπορούσε να είναι ένα στακάτο, ολιγόστιχο ποίημα, ικανό να προβληματίσει για τις αναλογίες με τα σημερινά δεδομένα, κάτι όμως που χλομιάζει μέσα από την υπερβολική περιγραφή...

Μινώταυρος

Καιρός να δούμε στα μάτια την αλήθεια
για ό,τι συνέβη τότε στη μακρινή την Κρήτη
στου Μίνωα το βασίλειο, που την Αθήνα είχε
με κατάρα πολύχρονη γερά δεμένη...

Ο Θησέας στον σκοτεινό λαβύρινθο
βρήκε τον Μινώταυρο μα δε τον σκότωσε
αντίθετα, ο γιος του Αιγαία έπεσε απ΄ το τέρας
που ακολουθώντας το κουβάρι
έξω στο κόσμο βγήκε με του Θησέα τη μορφή

(δε τον αναγνώρισε κανείς
η λύπη -μαύρη πεταλούδα-
πέταξε απ΄ το στήθος των ταμμένων νέων
που ξέσπασαν σε αναφιλητά λυτρωτικά
οι ναύτες ζητωκραύγασαν, ετοίμασαν γιορτή
με σφάγια, με κόκκινα κρασιά
κι η Αριάδνη σκίρτησε κρυφά από χαρά...

Μονάχα ο Αιγαίας
μονάχα εκείνος από μακριά αντικρίζοντας
κατά πώς έπλεε το πλοίο
κατάλαβε το φοβερό το μυστικό
και έπεσε απ΄ τον βράχο)

Από τότε, στον άδειο θρόνο κάθεται ο Μινώταυρος
κι όψεις αλλάζοντας, τη δόλια Αθήνα κυβερνά
τη μέρα, φορώντας το στέμμα και τα μπιχλιμπίδια του
για έργα, νόμους, για πρόοδο μιλά
και το καλό των πολιτών
μα σαν η νύχτα πέσει, τον πνίγει η μάσκα
παλιές συνήθειες τον τραβούν
την πρωινή αμφίεση με ανακούφιση πετά
και ως δικαιούχος νόμιμος
τις μίζες του ηδονικά μετρά...

Προσπαθήστε να κρατήσετε μόνο την δεύτερη και την πέμπτη στροφή και ξαναδιαβάστε το ποίημα...

Ο Θησέας στον σκοτεινό λαβύρινθο
βρήκε τον Μινώταυρο μα δε τον σκότωσε
αντίθετα, ο γιος του Αιγαία έπεσε απ΄ το τέρας
που ακολουθώντας το κουβάρι
έξω στο κόσμο βγήκε με του Θησέα τη μορφή...

Από τότε, στον άδειο θρόνο κάθεται ο Μινώταυρος
κι όψεις αλλάζοντας, τη δόλια Αθήνα κυβερνά
τη μέρα, φορώντας το στέμμα και τα μπιχλιμπίδια του
για έργα, νόμους, για πρόοδο μιλά
και το καλό των πολιτών
μα σαν η νύχτα πέσει, τον πνίγει η μάσκα
παλιές συνήθειες τον τραβούν
την πρωινή αμφίεση με ανακούφιση πετά
και ως δικαιούχος νόμιμος
τις μίζες του ηδονικά μετρά...

Πιθανότατα θα δείτε ότι διατηρεί αυτονομία και το καλύτερο όλων, επικεντρώνει στην κεντρική ιδέα δίχως περισπασμούς. Αυτό είναι ένα πείραμα που κάμω συχνά και με τα δικά μου γραπτά. Εάν κάτι μετά την αφαίρεσή του δεν αδυνατίζει το κείμενο, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να περισσεύει, να πρέπει να διαγραφεί.
Το ίδιο θα έλεγα για τις «Θερμοπύλες», ειρήσθω εν παρόδω ότι η προσπάθειά σας να (ξανα)γράψετε την ιστορία, είναι μία πολύ καλή αρχή για ποίηση πρωτότυπη...

Θερμοπύλες

(γράμμα ενός στρατιώτη)

-Ως πότε οι γενναίοι

των ενόχων θα είναι

το λευκό άλλοθι-


i

Λιγόστεψαν πια αυτά που καρτερώ, στις Θερμοπύλες πατέρα
χάλασε το κορμί μου η αναμονή. Πονάω πριν τις βροχές
και τρίβω τους αστραγάλους με λάδι -όπως οι γέροι παλιά-
με πειράζει κι η θύμησή σου, να περιμένεις τη μεγάλη μου νίκη
εφημερίδες στο καφενείο κάθε μέρα διαβάζοντας.
Όμως εγώ πολυμήχανος της εποχής, ποτέ δεν υπήρξα
ούτε σήκωσα Δούρειους ίππους, άλλους να κάψω...
Οδυσσεύς της συμφοράς θα μου πεις
αφού δε μπόρεσα ποτέ να στηρίξω μια νίκη
πάνω σε άλλων δυστυχία
-ίσως γι’ αυτό να έγινα, της άμυνας στρατιώτης-

Μα η πικρή αλήθεια πατέρα, είναι πως εχθρό ακόμη δεν είδαμε
αντί τους Πέρσες, κουνούπια απωθούμε, με όπλο μας το Αουτάν
χρόνια καθόμαστε άπραγοι, καταστρώνοντας σχέδια
δοκιμάζοντας τα νεύρα μας όλη μέρα
μας έχει τρελάνει αυτή η αναμονή
και οι ανιχνευτές μετά από μέρες
ωχροί γυρίζουν με άδειο βλέμμα...
Ακονίζουμε σπαθιά και ακόντια, μα εχθρός πουθενά
όλο νομίζουμε πως έρχεται μέσα σε σύννεφα σκόνης
και τρέχουμε ασθμαίνοντας στις γραμμές
μα τίποτε άλλο απέναντι τελικά
παρά ο ψεύτης αέρας...

ii

Καθώς φαίνεται ο Ξέρξης μας περιφρονεί, δε μας υπολογίζει
ίσως πάλι, ποτέ να μη ζήλεψε όσα τάξαμε εμείς να φυλάμε
ή μπορεί να πέρασε κιόλας, χωρίς να πάρουμε είδηση
και ήδη να μας κυβερνά...

(Πάντως εδώ ευρέως ψιθυρίζεται
πως οι μάχες δε δίδονται πια σε Θερμοπύλες
μπορεί με τα τηλέφωνα να κανονίζονται
των πόλεων  οι παραδόσεις
σ’ εχθρούς που τις κατέχουν
χωρίς να φαίνονται ποτέ)...
Οπότε νίκες από μας μη καρτεράς
ή τρελοί θα γυρίσουμε ή καθόλου
-γιατί γυρισμός χωρίς μάχη
στο σπίτι, είναι πατέρα ντροπή-

Φίλησέ μου τη μάνα -θάχει πολύ γεράσει-
και τον άρρωστο αδερφό
(πόσο νοστάλγησα τη μουριά στην αυλή
κι έναν καφέ στη σκιά της!)

Ξεχάστε με τώρα, βγάλτε τα πέρα μόνοι
ίσως λιποτακτήσω και στα βουνά χαθώ
αν δε με βρούνε παγωμένο το πρωί
από συντρόφου χέρι...


Ο Υιός σου
στρατιώτης άκαπνος
Θερμοπύλες
έτη πολλά

 Όταν όμως θέλετε να δώσετε έκταση αρκετή σε ένα ποίημα είναι καλό να υπάρχουν αποκορυφώσεις. Ας δούμε τις «Θερμοπύλες» συγκριτικά με το «Περιμένοντας τους βαρβάρους» τού Καβάφη. Είναι και εκείνο ένα μεγάλο σε έκταση ποίημα, (στην ουσία ένα μικρό θεατρικό, αγαπούσε πολύ τα σκηνικά ο Καβάφης…), όμως παρά την εκτενή περιγραφή, (και μάλιστα την επαναληπτικότητα στίχων), έφτασε η κατάληξή του να γενεί παροιμιώδης και να απομείνει διαχρονική στην νεοελληνική γραμματεία. Ο λόγος είναι ότι όλη η ένταση, όλος ο διάλογος των προηγούμενων στροφών, καταλήγουν σε ένα δίστιχο σαφές, νοηματικά πεντακάθαρο, ακόμη και σε κείνα που υπονοούνται.
Βεβαίως στην ποίηση δεν υπάρχουν κανόνες ή τουλάχιστον οι κανόνες μπορούν πάντοτε να ανατρέπονται. Οι «Θερμοπύλες» είναι ένα καλό στην σύλληψή του ποίημα, όμως, επειδή ακριβώς είναι ένα δραματικό ποίημα, κατά την γνώμη μου απαιτεί μία δυναμικότερη ισορροπία ανάμεσα στις στροφές του. Επίσης, έτσι καθώς στην ουσία αποτελεί έναν μονόλογο ενός ανθρώπου που κουράστηκε να πολεμά ανεμόμυλους, ο διαχωρισμός σε στροφές αφαιρεί κάπως από την έντασή του. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να είναι ένα γράμμα με αρκετά αποσιωπητικά, σχεδόν δίχως σημεία στίξης και ό,τι άλλο θα μπορούσε να αποδώσει ακριβέστερα την ψυχική αναταραχή ενός ανθρώπου. Θυμηθείτε ότι έχουμε στην ουσία να κάνουμε με κάποιον που μετά από χρόνια κατάλαβε το μάταιο των προσπαθειών του, κατάλαβε αίφνης ότι είναι ταγμένος σε μία πλάνη, σε ένα πουκάμισο αδειανό. Ο μονόλογός του θα έπρεπε να αποτυπώνει όλη την τρικυμία, όλη την αγανάκτηση, θυμό και λύπη που τον κυριεύουν. Εάν το ποίημα αποκτήσει παραπάνω ένταση, νομίζω ότι μπορεί να γενεί πολύ καλό.
Πολύ καλό και το σατιρικό «Του ποιητή τα θαύματα», μπορεί να θυμίζει τα ανάλογα των Καρυωτάκη και Ουράνη θεματικά, αλλά είναι πρωτότυπο...

Του ποιητή τα θαύματα

Μορφές που κάποτε περάσαν και μ’ αγγίξαν
μορφές που κάποτε σαν όλους μας εζήσαν
νεκροί, πούχουν υπάρξει κι έχουν σβήσει
απ’ άκρη σ’ άκρη μ’ έχουν κατακλύσει...

Δίχως φωνή, δίχως ζωή
να καρτεράνε τη στιγμή
να βρω καιρό, να βρω τον ήλιο
να βρω γαλήνη και βασίλειο
για άλλη μια, να πάω πίσω
και στα χαρτιά να τους ξυπνήσω...

Νεκροί στα σάβανά τους καρτερούνε
εμέ τον ποιητή για να σωθούνε
Σα το Χριστό κοντά τους θα σταθώ
«Δεύρο εσύ!» θα πω, αφού προσευχηθώ
-κι ευθύς θα ζωντανεύω τους τον βίο
αθάνατοι να ζήσουν στο βιβλίο-

Όμως, δε θα μπορέσω ν’ αποφύγω
-όταν από τον κόσμο τούτο φύγω-
τον φόβο που θα μ’ έχει κυριεύσει
«εμένα, ποιος θα ζωντανέψει;»


Να πω και κάτι για το ποίημα «Κωνσταντινούπολη, Αύγουστος 1072». Νομίζω ότι και εδώ, εάν συμμαζευθούν κάποιοι στίχοι ή και αφαιρεθούν εντελώς, έχωμε ένα καλό ιστορικό ποίημα, ιδιαίτερα καθώς η τελευταία στροφή προσφέρει εκείνο που έγραψα προηγουμένως, δηλαδή μία αποκορύφωση, μία κάθαρση, έστω και ζοφερή...

Κωνσταντινούπολη, Αύγουστος 1072


Κωνσταντινούπολη
Αύγουστος 1072 

i

Τις τελευταίες μέρες του περνά
εξόριστος στη νήσο Πρώτη
ο άλλοτε γενναίος αυτοκράτορας
ο Ρωμανός -αφού εκάρη μοναχός-

Είναι η θέσις του πολλά οικτρή
καθώς σκληρά ετιμωρήθη
μετά την ήττα του στο Ματζικέρτι
για έγκλημα καθοσιώσεως...
(πατώντας ο νέος αυτοκράτωρ την υπογραφή
σωματικής ασφάλειας, που τούχε υποσχεθεί
διέταξε στο Κοτυάειον να βγάλουν του τα μάτια)

ii
Μα πώς, με τέτοιο έγκλημα τον Διογένη φόρτωσαν;
Η χήρα Αυγούστα ελεύθερα τον διάλεξε
και μ' όλους τους τύπους ενυμφεύθη
κι όταν εχρίσθη, έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά
μία στην Πόλη, μια στα σύνορα!
(Λυσσάξανε οι κληρονόμοι Δούκες
γόνοι νωθροί και ξεπεσμένοι
μονάχη έγνοια τα συμπόσια, οι ηδονές κι επαύλεις
τους έκοψε το παντεσπάνι ο Ρωμανός
γι' αυτό τον πρόδωσαν στο Ματζικέρτι)

Τώρα πεθαίνει μόνος στο νησί.
Καθώς απαγορέψανε γιατρούς
κακοφορμίσαν οι πληγές, βρωμάει
και λεν πως πλήθος σκώληκες
σαλεύουνε στις κόγχες...

iii
Αύγουστος
ωραία λικνίζονται στον λιμένα τα πλοία
από τα περιβόλια έρχονται ευωδιές πεπονιών
Κυριακή, χαρά Θεού για τους Έλληνες
τα τζιτζίκια τραγουδούν στις συκιές ομαδόν…

Ο αέρας εφέτος καλός, δροσερός!
(όλοι ανύποπτοι, μακάριοι, ευτυχείς
νίπτει τας χείρας ο επιλήσμων λαός
κι ο μόνος που βλέπει τη συμφορά να έρχεται
ένας ετοιμοθάνατος τυφλός)...

Παρατηρώντας το έργο σας, βλέπω ότι στην πλειονότητά του το διαπερνούν δύο βασικές επιρροές – η μία είναι τού Καβάφη και η άλλη τού Καρυωτάκη ή για να το πω καλύτερα τής γενεάς τού 20 και κάπως τού μεσοπολέμου. Ταυτόχρονα βλέπω πως όταν το θελήσετε, μπορείτε και συμπυκνώνετε τον στίχο, επικεντρώνετε νοηματικά, εστιάζετε στο σημαντικό ή στο σύμβολο που οδηγεί στο σημαντικό. Με βάση αυτά τα δεδομένα, νομίζω ότι το «στοίχημα» είναι να καταφέρετε την σύγκραση αυτών των στοιχείων, έτσι ώστε να προκύψει αποτέλεσμα φρέσκο και πρωτότυπο.
Υπάρχει συνταγή γι’ αυτό; Πιθανότατα όχι. Όμως νομίζω ότι κάποια πράγματα μπορούν να βελτιωθούν.
Το πρώτο είναι εκείνο που έγραψα και στην αρχή, η οικονομία κειμένου. Προσπαθήστε να περιορίσετε τον στίχο στα απαραίτητα, επενδύστε στην λιτότητα, ιδιαίτερα στα υπαρξιακά ποιήματα. Γράψτε και ξαναγράψτε το ποίημα, έως ότου πεισθείτε πως τίποτα το περιττό δεν υπάρχει μέσα του. Χρησιμοποιήστε περισσότερα σημεία στίξης αντί για λέξεις, όταν θελήσετε να δηλώσετε παύσεις, έκπληξη, θαυμασμό, απορία ή λύπη. Αποφύγετε όσο μπορείτε τα κακέμφατα, (για παράδειγμα στο ποίημα «Στον Καρυωτάκη», ο στίχος «που στ’ όνομά σου…»).

Στον Καρυωτάκη

-και συ στον Γολγοθά να παίζεις
τον τελευταίο μήνα της Πρεβέζης-

Κώστα -που τα θλιμμένα σου τραγούδια
πολλούς εμάγεψαν- άραγε την ύστατη στιγμή
της πιστολιάς, είδες τις δάφνες, τα λουλούδια
που στ' όνομά σου θα υψώνονταν σωροί

(πικρή, παράκαιρη αμοιβή των στίχων σου
που λάμπουν ακόμη ζωντανοί)
ή μήπως δε γνώρισες ποτέ το ύψος σου
και σαν παρίας έφυγες, μια έρημη ψυχή;

Δεν έλειψαν του ύφους σου οι κριτές
κι ήσαν πολλοί της αισιοδοξίας οι νονοί
''Ο Πεισιθάνατος!'' ''Ποίηση παλιά, του χτες!''
και ''Το παράδειγμά του προς αποφυγή!''

Όμως δεν είδαν που πήρες τον ασήμαντο
αξία τούδωσες, τον βάφτισες στο άβατο
(αφού κι ο πιο μικρός, με βίο ακύμαντο
στα μεσαλώνια, χτυπιέται με τον θάνατο)

Εδώ αλλάξανε πολλά. Του λόγου η εκφορά
απείρως δοκιμάστηκε, μεγάλοι ποντοπόροι
Νόμπελ μας έφεραν, όμως ίδια η μοναξιά
στα πεδινά μας και στα όρη. Κι οι φόροι,

δυσβάστακτοι πια, λαού που τον πατούν
κανάγιες με σεβιότ σ' απρόσιτα γραφεία.
Κόμματα κρύα, πράττουν κατά το δοκούν
και αριστεύουν στη ψηφoθηρία (θηρία

λυτά, που βλέπουν τους πελάτες τους σα λεία)
Δε γράφουμε πια, πληκτρολογούμε αφειδώς
μπροστά σε οθόνες, περιτέχνως με μανία
επί παντός (για τους αστέγους  ασφαλώς

για τα κοάλα και τους πολέμους στη Συρία )
Μ' αυτά γερνούμε και περνά ο καιρός
λένε πως λιώνουν και οι πάγοι εις τη Σιβηρία
-μπορεί να φταίει ο καπιταλισμός-

Δεν έχω άλλα να σου γράψω, δυστυχώς
ο κόσμος μας γλυκός, πικρός σε μία άβυσσο
αγώνας για το ψωμί, το άλας και το φως
να μου γράψεις τα δικά σου απ' τον παράδεισο...

Επιμεληθείτε λίγο παραπάνω τον στίχο. Εκτός από τα σημεία στίξης, δώστε προσοχή στους διασκελισμούς, (κάποιες φορές προσθέτουν, αλλά πολλές φορές διασπούν την ανάγνωση και αλλοιώνουν τον ρυθμό), προσπαθήστε στον υπαρξιακό στίχο να χρησιμοποιείτε λέξεις «θερμές», στον σαρκασμό λόγιες και στα ιστορικά ποιήματα γλώσσα μικτή. Οργανώστε όσο καλύτερα γίνεται τις αποκορυφώσεις, φαντασθείτε το ποίημα σαν μία ανάποδη πυραμίδα, οι πρώτοι στίχοι μπορούν ίσως και να φλυαρούν κάποιες φορές, οι καταληκτικοί ποτέ, το ποίημα μπορεί να είναι «σαν φωνή μακρινή που σβήνει σιγά-σιγά…». Εκμεταλλευθείτε την αγάπη σας για την ιστορία και συνεχίστε να την χρησιμοποιείτε σαν δεξαμενή για την ποιητική σύλληψη.
Δείτε λίγο και τον ρυθμό. Είδα ότι στα έμμετρα ποιήματά σας αγαπάτε τον ενδεκασύλλαβο, δεν είναι κακός, αλλά θέλει κάποια μαεστρία στις τομές του, καθώς διαφορετικά γίνεται μονότονος, σαν στρατιωτικό βήμα. Για γοργό βηματισμό προτιμήστε τον τεμαχισμό τού δεκαπεντασύλλαβου, (8+7). Εάν επιμείνετε στον ενδεκασύλλαβο, προσέξτε τον τονισμό (ίσως τροχαίος, αντί για ίαμβος; ), με την σωστή του χρήση μπορούν να προκύψουν εξαιρετικά αποτελέσματα, (δείτε για παράδειγμα το θαυμάσιο ποίημα τού Σεφέρη «Θεατρίνοι, Μ.Α»).
Έχω την αίσθηση, (και συγχωρείστε με εάν κάμω λάθος), ότι η απόσταση που σάς χωρίζει από τα καλύτερα αποτελέσματα, σχετίζεται με τον χρόνο που μπορείτε να αφιερώσετε. Με περισσότερη αφοσίωση στην άχαρη εργασία, (διορθώσεις, πειραματισμοί, παραλλαγές, τροποποιήσεις και άλλα) και λίγη προσοχή στα τεχνικά, νομίζω ότι θα υπάρξουν σημαντικά αποτελέσματα. Έχετε γλωσσική επάρκεια, ιστορική μνήμη και γνώση και αγάπη για τον στίχο. Αυτή είναι η πρώτη ύλη, μα θέλει γέμισμα, εμβάθυνση, περισσότερο στοχασμό και κάποιες γνώσεις ποιητικής.
Εάν δεν τα έχετε ήδη τα βιβλία, θα σάς πρότεινα τα «Κριτικά» τού Άγρα, ένας από τους ελάχιστους άξιους κριτικούς στην νεοελληνική λογοτεχνία, που παρά τις ατέλειες και τα τυπικά λάθη, ευστοχεί σχεδόν πάντοτε στις κρίσεις του. Με έμμεσο τρόπο, μέσα από τα κείμενά του, θα διαπιστώσετε λάθη και αστοχίες στην νεότερη ελληνική ποίηση. Είναι πέντε τόμοι, αλλά φυσικά μπορείτε να τους προμηθεύεστε και χωριστά. Η τρίτομη ανθολογία Αποστολίδη επίσης παραμένει από τις καλύτερες, (αν και κάπως ακριβή), καθώς ανθολογεί με κριτήριο και όχι τυχαία. Διαφωνώ με κάποιες παραλείψεις της και κυρίως την απουσία επικαιροποίησης την τελευταία δεκαετία, αλλά ακόμη κι έτσι είναι ένας καλός ποιητικός οδηγός. Γενικότερα όμως μην επαναπαύεστε στα νεοελληνικά δοκίμια για την ποίηση, τα περισσότερα είναι στεγνές ακαδημαϊκές εργασίες ή μονότονα επηρεασμένα από την γενεά τού 30. Δυστυχώς στην κριτική τής λογοτεχνίας η βιβλιογραφία εγγράφει ένα μεγάλο κενό.
Τέλος, το ύφος, αυτή η μεγάλη κατάρα και η μεγάλη ουτοπία τού κάθε ποιητή, η αναζήτηση δηλαδή ενός ύφους διακριτού, ξεχωριστού, μίας ταυτότητας γραφής. Για τους περισσότερους από εμάς είναι δύσκολο, για να μην πω ακατόρθωτο. Μία παρηγορία όμως είναι πως ακόμη και πολύ σημαντικοί ποιητές, δεν μπόρεσαν να ξεφύγουν από τις επιρροές τους και ποτέ δεν μπόρεσαν να δημιουργήσουν ύφος αναγνωρίσιμο. Τα λέω αυτά, γιατί ίσως και να σας ενοχλεί που οι επιρροές σας αναγνωρίζονται κάπως εύκολα στους στίχους σας. Τίποτε το κακό σ’ αυτό, εάν το ποίημα είναι καλό. Θυμηθείτε μόνο ότι επάνω στο Καβαφικό ποίημα για το σκάκι, έχουν γραφτεί τουλάχιστον παρόμοια τρία ποιήματα από γνωστούς ποιητές και είναι όλα τους καλά. Μα από την άλλη, το νομίζω σχεδόν βέβαιο, ότι εάν ασκηθείτε περισσότερο επάνω στην γραφή, αργά και σταθερά, στοιχεία τής δικής σας γραφίδας θα αρχίσουν να αχνοφαίνονται και να ωριμάζουν.
Στην πραγματικότητα καλείσθε να γεφυρώσετε μία μικρή αναντιστοιχία. Ενώ συμπαθείτε πολύ Καβάφη και Καρυωτάκη, (ποιητές έντονους, θερμούς), τα κείμενά σας κρατούν μία απόσταση από το συναίσθημα, την ένταση, την καταβύθιση σε πιο σκοτεινές πλευρές τής συνείδησης. Ενώ δηλαδή η ιδιοσυγκρασία σας τείνει περισσότερο προς τον λυρισμό, την υπαρξιακή ποίηση και τον συμβολισμό, αυτό δεν αποτυπώνεται βιωματικά πάντοτε στους στίχους σας. Στην πραγματικότητα είναι πρόβλημα εκφραστικό που μπορεί να βελτιωθεί με την συνεχή άσκηση και πειραματισμούς επάνω στην γλώσσα.
Θα μπορούσαμε να πούμε κι άλλα αρκετά, αλλά δυστυχώς ο χρόνος πιέζει. Και να θυμάστε πάντοτε ότι σύμφωνα με τα κριτήρια των πολλών, τα ποιήματά σας μπορούν να σταθούν και να εκδοθούν δίχως πρόβλημα, απλώς η δική μου κρίση είναι αυστηρότερη και σκοπεύει το άξιο να γενεί αξιότερο.
Στην διάθεσή σας για ό,τι χρειασθείτε...

Με εκτίμηση,
Μάνος Τασάκος

Κριτική της Βάγιας Κάλφα στην ποίηση του Γιώργου Πύργαρη

 

Της ΒΑΓΙΑΣ ΚΑΛΦΑ
-μεταπτυχιακή φοιτήτρια στο τμήμα Οθωμανικών, Βυζαντινών
και νέων Ελληνικών σπουδών, στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμπιγχαμ-



Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΥΡΓΑΡΗΣ ΚΑΙ Η ΓΕΝΙΑ ΤΗΣ ΜΕΜΒΡΑΝΗΣ

Επέλεξα την ποίηση του Γιώργου Πύργαρη, καθώς ήθελα το θέμα μου να αφορά στη σύγχρονη, κατά το δυνατόν, ποίηση και σε κάποιον συγγραφέα ο οποίος δεν έχει μελετηθεί σχεδόν καθόλου. Το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος ποιητής δεν έχει εκδώσει κάποια συλλογή του παρά μόνο έχει δημοσιεύσει ποιήματα στο προσωπικό του ιστολόγιο αποτέλεσε μία παραπάνω πρόκληση για μένα.
Αυτό συνέβη γιατί από τα χρόνια των σπουδών μου είχα την εντύπωση πως ο κλάδος της νέας ελληνικής φιλολογίας και της συγκριτικής γραμματολογίας μπορεί να ανοίξει κι άλλο στο σύγχρονο κόσμο και, παράλληλα με τη μελέτη πτυχών των μεγάλων κλασικών έργων ή την ανάδειξη λησμονημένων δημιουργών του παρελθόντος, να συνδράμει ουσιαστικά τη σύγχρονή της γενιά συγγραφέων, απαντώντας σε όσους τη θέλουν μία επιστήμη ασφαλή κι ακίνδυνη –ίσως και γραφική- χωρίς αντίκρισμα. Ξεφεύγοντας από τον όποιο ελιτισμό της, δηλαδή, κι αξιοποιώντας τα μεθοδολογικά της εργαλεία, να αποτολμήσει κρίσεις για τους νεότερους, περιορίζοντας την τάση της να αποθέτει στο χρόνο (που είναι ένας σημαντικότατος δείκτης, αλλά όχι ο μόνος και σίγουρα όχι απρόσωπη έννοια) το φορτίο της καταξίωσης ή της απόρριψής τους. Όλα αυτά βέβαια, χωρίς να χάνει την επιστημονικότητά της και κάτω από μία επίφαση εκλαΐκευσης, να γίνεται φτηνή προώθηση κάποιων.
Ανάμεσα, λοιπόν, σε έναν μεγάλο αριθμό νέων ποιητών, αρκετοί από τους οποίους κεντρίζουν το ενδιαφέρον κυρίως για τις προσδοκίες που δημιουργούν για το μέλλον, επέλεξα τον Πύργαρη γι αρκετούς λόγους. Πρώτα απ’ όλα, καθώς με εξέπληξε το γεγονός πως, παρά τις επαναλαμβανόμενες σε κάθε εποχή εξαγγελίες για το θάνατο της λογοτεχνίας και τη φθίση των μεγάλων πνευμάτων, βρήκα έναν ποιητή ο οποίος δε διστάζει να ανοίξει διάλογο και να σταθεί απέναντι στον Καβάφη, χωρίς να συντρίβεται. Και όχι μόνο αυτό, αλλά όταν το κάνει, αυτές δείχνουν να είναι και οι πιο επιτυχημένες του στιγμές και ο ίδιος δείχνει να έχει μία ιδιαίτερη αγάπη στα ποιήματα που προκύπτουν. Δεύτερον, γιατί, δείχνει να είναι ήδη έτοιμος, πάνοπλος για δημιουργία, να έχει κατακτήσει τη δική του φωνή.
Έπειτα, γιατί πιστεύω πως έχει να πει πράγματα. Ειδικά στην εποχή μας ο λόγος του μοιάζει τρομακτικά επίκαιρος, χωρίς, ωστόσο, να χάνει την κλασικότητά του και να γίνεται εφήμερος, δημοσιογραφικός. Τέλος, κάτι το οποίο έχει να κάνει με καθαρά προσωπική οπτική, γιατί παρόλα αυτά, δεν έχει προχωρήσει ακόμα σε έκδοση, πράγμα που αποδεικνύει την σοβαρότητα με την οποία αντιμετωπίζει την τέχνη.
Η συγκεκριμένη εργασία στοχεύει στην παρουσίαση του μέχρι τώρα έργου του ποιητή, της θεματολογίας του, καθώς επίσης και στην ανάδειξη στοιχείων μορφής του με απώτερο σκοπό την ανάδειξη της ποιητικής του, αφ’ εαυτής αλλά και σε σχέση με τη γενιά του (τη γενιά του ’80).
Θα ξεκινήσω, παραθέτοντας κάποια βιογραφικά και εργογραφικά του στοιχεία τα οποία μου κατέθεσε ο ίδιος σε προσωπική επικοινωνία που είχα μαζί του, κι έπειτα θα τον εντάξω στη γενιά του: ο ίδιος την ονομάζει «γενιά μεμβράνης». Χρονικά, βρίσκεται στο μεταίχμιο της δεκαετίας του ’80 και του ’90 και καθώς δεν υπάρχει, καθόσον γνωρίζω, κάποια σύνοψη των χαρακτηριστικών της δεύτερης γενιάς μέχρι σήμερα, θα αναζητήσω τα στοιχεία της πρώτης γενιάς στο έργο του: τα κοινά που έχει μαζί της και κάποιες διαφορές οι οποίες ενδεχομένως θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως ερωτήματα για τις μετατοπίσεις (αν έχουν γίνει και προς ποια κατεύθυνση) της δεύτερης.
Λόγω έλλειψης χώρου, νύξεις θα γίνουν μόνο στις επιρροές και στο θεωρητικό υπόβαθρο του έργου, οι οποίες σκοπό έχουν να ενθαρρύνουν μία περαιτέρω μελέτη του. Ο χωρισμός της εργασίας σε δύο ενότητες, περιεχομένου και μορφής, είναι συμβατικός (αφού στην ποίηση, περισσότερο ίσως από οπουδήποτε αλλού τα δύο παραπάνω στοιχεία είναι αδιάσπαστα δεμένα μεταξύ τους, φωτίζοντας και συνδράμοντας το ένα το άλλο) και γίνεται μόνο για λόγους καλύτερης οργάνωσης και εποπτείας του υλικού.
Τέλος, στο επίμετρο που ακολουθεί δίνονται όλα τα ποιήματα για τα οποία έχει γίνει αναφορά, με τη σειρά με την οποία δίνονται από τον ποιητή και όχι με τη σειρά με την οποία σχολιάζονται εδώ.


Βιογραφικά- εργογραφικά στοιχεία

Ο Γιώργος Πύργαρης γεννήθηκε το 1965 στην Καλλιθέα Θηβών, όπου ζει και εργάζεται μέχρι σήμερα, ενώ είναι παντρεμένος και πατέρας δύο παιδιών. Σπούδασε Οικονομικές Επιστήμες στο Τμήμα Οικονομικών και Νομικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Την πρώτη λογοτεχνική απόπειρα την έκανε σε ηλικία 13-14 ετών, όταν ήταν εσώκλειστος στο οικοτροφείο αρρένων στη Θήβα. Όπως λέει ο ίδιος, γρήγορα τα παράτησε, θεωρώντας πως η ποίηση είναι για τους αδύναμους και πως η πραγματική ζωή είναι εκεί έξω. Στην τελευταία τάξη του λυκείου, ωστόσο, έγραψε ξανά, «κάποια αδέξια και άτεχνα ποιήματα». Η οριστική απόφαση ήρθε στο δεύτερο έτος των σπουδών του, οπότε και, «παρότι μποέμ», κλεινόταν αρκετά βράδια στο σπίτι και τον έβρισκε το ξημέρωμα γράφοντας. Ποιήματα αυτής τη περιόδου δεν έχουν σωθεί (εκτός από την «Σαπφώ» που περιλήφθηκε αργότερα στη συλλογήΜαθητεία), καθώς ο ίδιος, θεωρώντας πως δεν είχαν κάτι το ουσιαστικό να πουν, τα έκαψε. Έχει γράψει τρεις συλλογές, την Ωραιοδίνη (μία σειρά ποιημάτων, ολοκληρωμένη το 1997, για τον ανεκπλήρωτο έρωτα ενός άντρα για μία έφηβη- τη συλλογή την συστήνει ο ίδιος ως «Ωδή στην έφηβη»), τη Μαθητεία («μία προσπάθεια άρθρωσης της πρώτης φωνής», που περιλαμβάνει ποιήματα των ετών 1987- 2002) και τους Χαιρετισμούς(ολοκληρωμένη το 2005), με την οποία «χαιρετίζει και παρουσιάζει τη γενιά του («γενιά τη μεμβράνης») στον ελληνικό κόσμο». Από αυτήν ξεχωρίζει κάποια ποιήματα, όπως την τριλογία των «Θερμοπυλών», το «Νέο Θησέα», τον «Μινώταυρο» και τους «Ατελέσφορους», ποίημα που αναφέρεται «στο σοσιαλιστικό πείραμα του 20ου αιώνα». Το 2007 ολοκληρώνει τη συλλογή Σκοτεινά ποιήματα την οποία και μου συνόδευσε με ένα άρθρο του για μία ποίηση, όπως ονομάζει «open- mind». Το άρθρο αυτό παρά τις όποιες ενστάσεις μπορεί να διατυπώσει κανείς, έχει κάποια σημασία για την κατανόηση της ποιητικής του και κυρίως της συγκεκριμένης συλλογής, αλλά και τη δήλωση μιας μελλοντικής, ενδεχομένως, τάσης.
Από τις συλλογές εκδίδει, μόνο τη Μαθητεία το 2003, «μία αυτοέκδοση κακοτυπωμένη και βιαστική και με αρκετά ορθογραφικά λάθη, αλλά «και με αρκετά καλά ποιήματα σαν περιεχόμενο». Έκτοτε επέλεξε ως τρόπο επικοινωνίας το διαδίκτυο (ο ίδιος διατηρεί από το 2007 την προσωπική του ιστοσελίδα pirgaris.blogspot.com). Πέρα από δημοσιεύσεις σε λογοτεχνικές σελίδες του διαδικτύου (ενδεικτικά αναφέρω τη σελίδαΠεριγραφής), έχει εκδώσει κατά καιρούς διηγήματα, άρθρα και ποιήματα στα λογοτεχνικά περιοδικά Ανατολικός και Ρωγμές, καθώς επίσης και το βιβλίο Οπλαρχηγός Αθανάσιος Σκουρτανιώτης- Το άγνωστο ολοκαύτωμα από την Τυπογραφική «μία ιστορική έρευνα για τον συγκεκριμένο οπλαρχηγό και για ένα άγνωστο στο ευρύ κοινό ολοκαύτωμα που έλαβε χώρα στη Βοιωτική γη, το φθινόπωρο του 1825».


Η έννοια της γενιάς και «η γενιά της μεμβράνης»

Επιλέγοντας τον συγκεκριμένο ποιητή, με προβλημάτισε ιδιαίτερα η ένταξή του σε ένα ευρύτερο πλαίσιο. Αν ανήκει σε κάποια γενιά της οποίας οι εκπρόσωποι παρά τη διαφορετικότητά τους μοιράζονται κάποια κοινά χαρακτηριστικά. Οι δυσκολίες εδώ έχουν να κάνουν αφενός με τον ίδιο τον όρο «γενιά» και αφετέρου με το γεγονός ότι ο ποιητής είναι σύγχρονός μας και η τέχνη του εν προόδω, κάτι που δυσχεραίνει ίσως την αποτίμησή της. Επιπλέον, το γεγονός ότι δεν έχει εκδώσει τα ποιήματά του με προβλημάτισε ως προς τη χρονολογική τοποθέτησή του κι αφού δεν υπάρχει ημερομηνία πρώτης έκδοσης, επέλεξα ως αφετηρία το έτος των πρωιμότερων ποιημάτων του (1987).
Έτσι, προτού περάσω στον όρο «γενιά μεμβράνης» του ίδιου, θεωρώ καλό να κάνω μία παρέκβαση για τον όρο γενιά και μία σύντομη αναφορά στην προβληματική του, η οποία δεν είναι καινούργια. Ο Τζιόβας παρατηρεί πως «η θεμελιώδης αρχή της λογοτεχνικής μας ιστορίας ήταν και παραμένει γενεαλογική» κι εξηγεί αμέσως παρακάτω πως «κάθε λογοτεχνική γενιά υποτίθεται ότι προκύπτει από την προηγούμενη είτε ως συνέχεια είτε ως αμφισβήτηση, εξασφαλίζοντας μία φαινομενική οργανική εξέλιξη και ομοιογένεια»[1].
Ο προβληματισμός μου εντοπίζεται σε αυτό το «υποτίθεται». Και αν η απάντηση είναι καταφατική, αν δηλαδή κάθε γενιά προκύπτει από την προηγούμενη στην οποία με τον ένα ή τον άλλο τρόπο απαντά, τι είναι αυτό που σηματοδοτεί το πέρασμα από την προηγούμενη γενιά στην


________________________________________
[1] Βλ. «Η ποίηση του Καρυωτάκη ως πρόκληση στο μοντερνισμό», σ.σ. 171-194: 171 στο Δημήτρης Τζιόβας, Από τον λυρισμό στον μοντερνισμό, Νεφέλη, Αθήνα 2005


επόμενη; Ένας πρωτοπόρος[1] δημιουργός ίσως; Και κάθε πότε συμβαίνει αυτό το πέρασμα; Πότε «νομιμοποιούμαστε» να βλέπουμε τομές και πού συνίστανται αυτές, στην αμφισβήτηση απαραίτητα;
Σύμφωνα με τον Vitti γενιά είναι «μία ομάδα λογοτεχνών που παρουσιάζονται νέοι, με πρωτοποριακές φιλοδοξίες, με διάθεση να έρθουν σε ρήξη με το παρελθόν ή τουλάχιστον να διαφοροποιηθούν από αυτό και από την κατεστημένη τάξη. Που αποβλέπουν σε θέματα και μορφές νέες και ομοιογενείς, στηριγμένες σε εμπειρίες κοινές, βιωμένες με κάποια συγγένεια»[2]. Συνεκτικό στοιχείο της γενιάς κατά τον κριτικό φαίνεται να είναι η συνείδηση των δημιουργών ότι ανήκουν από κοινού σε μία ομάδα με κοινό στόχο (να διαφοροποιηθούν από την προηγούμενη γενιά) και, μεγαλύτερη ή μικρότερη, ομοιότητα στους τρόπους και τα μέσα επίτευξής του. Ο παραπάνω ορισμός, ωστόσο, μοιάζει προβληματικός από τη στιγμή που δεν ορίζει ποιος βαθμός ομοιότητας κρίνεται επαρκής για να μπορεί να μιλήσει κανείς για γενιά. Κι έπειτα, τοποθετώντας το ζήτημα στο επίπεδο της πρόθεσης, δείχνει να μην εξηγεί τι συμβαίνει στην περίπτωση συγγραφέων των οποίων η ομοιότητα είναι τυχαία και οι ίδιοι δεν έχουν κάποια διάθεση ένταξης σε μία ομάδα, ή που δεν έχουν δηλώσει την ποιητική και τους στόχους τους με κάποιο τρόπο, όπως συνέβη με τη γενιά του τριάντα (βλ. και το δοκίμιο- μανιφέστο του Θεοτοκά), κάτι το οποίο δικαιολογείται σε κάποιο βαθμό από τη στιγμή που ο κριτικός δείχνει να ορίζει τη «γενιά» με τα χαρακτηριστικά της εποχής που μελετά.


________________________________________
[1] Χρησιμοποιώ τον όρο «πρωτοπόρος» (τον οποίο προτιμώ από τον «μοντέρνο» του Βαγενά (Νάσος Βαγενάς, Για τον ορισμό του μοντέρνου στην ποίηση, Στιγμή, Αθήνα 1984, σελ. 14) παρότι φαίνεται να χρησιμοποιούνται ως συνώνυμοι (ό.π., σελ. 14), προς αποφυγή σύγχυσης με τον όρο «μοντερνιστής» και καθώς ο άλλος όρος «σύγχρονος» που προτείνει ως αντίστιξη δε με ικανοποιεί αρκετά από την άποψη πως «σύγχρονος» μπορεί να είναι και ένας οποιοσδήποτε ποιητής που γράφει την ίδια περίοδο με έναν κριτικό. Θα κρατήσω, ωστόσο, τα τέσσερα (μορφικά) χαρακτηριστικά τα οποία βλέπει στο μοντέρνο (ό.π., σελ. 16) τα οποία και θα προσπαθήσω να ανιχνεύσω στην ποίηση του Πύργαρη. Ως προς το περιεχόμενο θα ) με την έννοια που του αποδίδει ο Charles Russell (Charles Russell, Poets,Prophets and Revolutionaries: The literary Avant-garde from Rimbaud throughPostmodernism, New York, Oxford University Press 1985, σελ. ix: Δημήτρης Τζιόβας, ό.π., σελ.173), διακρίνοντάς τον από τον όρο «μοντερνισμός». Σύμφωνα με αυτόν, οι πρωτοπόροι εμφανίζονται «πιο ριζοσπαστικοί και νιχιλιστικοί στην απόρριψη των κοινωνικών αξιών και των αισθητικών πρακτικών των προηγούμενων, αλλά και των σύγχρονων», ενώ οι μοντερνιστές είναι πιο συντηρητικοί και προσπαθούν να διατηρήσουν την παράδοση της υψηλής τέχνης που θα υπερβεί ή θ’ αναστείλει την κοινωνική και ιστορική διάβρωση». Ως χαρακτηριστικούς αντιπροσώπους της πρωτοπορίας ο Τζιόβας θεωρεί τον Καβάφη και τον Καρυωτάκη, ενώ τους Σεφέρη και Ελύτη τους κατατάσσει στον μοντερνισμό. Περισσότερα γι αυτό το θέμα δες παρακάτω.
[2] Βλ. Mario Vitti, Η γενιά του Τριάντα. Ιδεολογία και μορφή, Ερμής, Αθήνα, 1977, 1979 (2), «Τι εννοούμε με τη ‘Γενιά του Τριάντα’»


Η Αποστολίδου[1], από την πλευρά της, γράφει πως σύμφωνα με τον Παλαμά, «ο όρος ‘σχολή’» είναι αυτός ο οποίος –αντίθετα με τον Vitti- «προϋποθέτει μία κοινότητα λογοτεχνών με στενούς δεσμούς και καθορισμένες σχέσεις μεταξύ τους, σύμπτωση στις γενικές αντιλήψεις για την τέχνη και καλλιέργεια ορισμένων ποιητικών τρόπων». Οι λογοτέχνες μίας ‘γενιάς’, αντίθετα, «αν και συνήθως διατηρούν σχέσεις μεταξύ τους, ακολουθούν χωριστούς ποιητικούς δρόμους. Το κυριότερο συνεκτικό τους στοιχείο είναι η κοινή –και νεοτεριστική συνήθως- ιδεολογική τους στάση απέναντι σε μερικά ζητήματα που επανειλημμένα απασχόλησαν την ελληνική πνευματική ζωή: τη σχέση με το παρελθόν και την παράδοση, τη σχέση με τη Δύση, τη γλώσσα».
Από τον παραπάνω ορισμό βλέπουμε πως ο ποιητής θεωρεί τον όρο γενιά με τη βιολογική σημασία του. Σύμφωνα με αυτόν, σε μία γενιά ανήκουν (διστάζω να πω «όλοι») οι δημιουργοί οι οποίοι παρουσιάζουν μία εγγύτητα ως προς τις ημερομηνίες γέννησης και (πρώτης) έκδοσης του πρώτου έργου τους. Κι ενώ ο όρος «σχολή» με αυτόν τον τρόπο μοιάζει «ασφαλής» (όσο μπορούμε βέβαια να μιλάμε για ασφάλεια στη μελέτη μιας τέχνης κατεξοχήν ανατρεπτικής των σχηματοποιήσεων), μέσα στη όποια σχετικότητά του (ίσως μάλιστα λόγω αυτής της σχετικότητας να είναι και ασφαλής: ο Παλαμάς μιλά για «σύμπτωση» αντιλήψεων και τρόπων, προσπερνώντας τον σκόπελο της πρόθεσης, ενώ το «ορισμένων» αφήνει την ίδια ρευστότητα με αυτήν που παρατηρούμε αργότερα στον ορισμό του Vitti), ο όρος «γενιά» δείχνει να μένει ξεκρέμαστος. Αυτό συμβαίνει γιατί δημιουργεί έναν άλλο προβληματισμό, ο οποίος θέτει, τελικά, σε αμφισβήτηση τη χρησιμότητά του: έχει αξιολογικό χαρακτήρα ή όχι (και εδώ αφήνω στην άκρη την εύκολη και αυθαίρετη υπόθεση πως η ίδια η αξία του Παλαμά ως ποιητή προϋποθέτει και εξασφαλίζει αυτόματα και την αξία των ποιητών που μπαίνουν κάτω από τον όρο);
Αρνητική είναι η απάντηση που δίνει στο ερώτημα ο Κάσσος[2], υποστηρίζοντας πως «ο όρος ‘γενιά’ δεν είναι ‘αισθητικό εύσημο’».


________________________________________
[1] βλ. Βενετία Αποστολίδου, Ο Κωστής Παλαμάς ιστορικός της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Θεμέλιο, Αθήνα 1992, σελ. 247
[2] Βλ. Βαγγέλης Κάσσος, «Εκείνος ο αταίριαστος αδελφός μας τι έχει απογίνει; (Αναφορά στους ποιητές της γενιάς του ’70)», Σχολιαστής, τχ. 52, Ιούλιος 1987: υποσημ. 1, σελ. 203, Γαραντούδης ό.π.) και «Ο όρος ‘γενιά’ δεν είναι αισθητικό εύσημο’, στο Γαραντούδης, υποσημ.2 «Η συνεπής χρονολόγηση, κάθε δέκα ή δώδεκα το πολύ χρόνια, ιδιαίτερα στην εποχή μας, που συγκλονίζεται από πρωτόγνωρες ταχύτητες στην εξέλιξη των ανθρωπίνων πραγμάτων και των αναπόφευκτων επιρροών τους στη λογοτεχνία θα έλεγα ότι μάλλον αίρει τη σύγχυση, παρά την προκαλεί. Υπάρχουν μάλιστα, νεότεροι Γερμανοί θεωρητικοί, που έχουν εισηγηθεί γενεαλόγηση ανά πενταετία».


Αντίθετα, η απόδοσή του θα πρέπει να γίνεται συχνά και με όρους βιολογικούς προς διευκόλυνση της επιστήμης, ώστε οι μελετητές των δημιουργών να έχουν μία κατά το δυνατόν καλύτερη εποπτεία του υλικού τους, μακροσκοπικά (βλέποντάς τους ενταγμένους σε ένα πλαίσιο, θα συμπλήρωνα) και μικροσκοπικά (εξετάζοντας την ιδιαιτερότητα της κάθε περίπτωσης μες στη γενιά, τις αποκλίσεις της από τον κανόνα). Για το σκοπό αυτό δε διστάζει να προτείνει χρονολόγηση των γενεών ανά δεκαετία ή ακόμη και πενταετία.
Προσωπικά πιστεύω πως μία τέτοια χρονολόγηση εκβιάζει τις εξελίξεις και προϋποθέτει πως εντός κάθε δεκαετίας θα υπάρχουν οπωσδήποτε τομές χωρίς να εξηγεί επαρκώς το λόγο για τον οποίο πιστεύει πως θα πρέπει να συμβαίνει αυτό. Η αιτιολόγηση περί «πρωτόγνωρων ταχυτήτων» δε με καλύπτει, εφόσον θεωρώ πως για κάθε γενιά οι όποιες αλλαγές έχουν έτσι κι αλλιώς έναν κάποιο βαθμό ταχύτητας, η πρόσληψη της οποίας δεν είναι εντελώς άσχετη από τις προσλαμβάνουσες και τη σχετικότητα της οπτικής γωνίας του παρατηρητή (συνήθως η παλαιότερη γενιά είναι αυτή που, αδυνατώντας ή δεν θέλοντας να παρακολουθήσει τις αλλαγές, μιλάει για πρωτόγνωρο κόσμο).
Επιπλέον, μία τέτοια συχνότητα κατάταξης, αν εφαρμοζόταν, θα ήταν πολύ σχηματική, μειώνοντας πιθανόν, παρά τον ισχυρισμό από τον ποιητή για το αντίθετο, τις ουσιαστικά μεγάλες τομές και καθυστερώντας την ανάδειξη των σπουδαιότερων ποιητών μέσα στο πλήθος όσων ασχολούνται με τη συγγραφή την ίδια περίοδο και εγγράφονται σε αυτήν, με έναν τρόπο, ληξιαρχικό, που δεν αρμόζει σε επιστήμη. Όπως γράφει και ο Γαραντούδης, συμφωνώντας με την Κρανάκη[1], κάθε ένταξη των δημιουργών σε γενιά (όπως και αναγνώρισή τους ως τέτοιων) οφείλει να εμπεριέχει και την αισθητική αποτίμηση, αφού «μετέχει από κοινού στη φιλολογία και την κριτική, αν δεν θέλει να είναι ένα είδος απλού και ανούσιου βιογραφικού και εργογραφικού λεξικού λογοτεχνών».
Από τα παραπάνω ετοιμαζόμουν να μιλήσω για λογοτεχνικό κανόνα, για την τάση μιας εποχής, εννοώντας το σύνολο εκείνο των στοιχείων που


________________________________________
[1] Βλ. Μιμίκα Κρανάκη, «Φαινομενολογία της ‘γενιάς’», Αγγλοελληνική Επιθεώρηση, τ. 6, τχ. 3, 1954, σ.σ. 278-283: 280 στο «Επίμετρο», σελ. 197: Ευριπίδης Γαραντούδης,Ανθολογία Νεότερης Ελληνικής ποίησης, 1980-1997. Οι στιγμές του Νόστου, Νεφέλη, Αθήνα 1998. «Ορθά, λοιπόν, παρατήρησε η Κρανάκη ότι η ‘γενιά’ θα πρέπει να αποκρυσταλλώνει μια κοινή δημιουργική δράση, ικανή (η υπογράμμιση δική μου) να επιφέρει αλλαγές στο λογοτεχνικό και όχι να προηγείται σε σχέση με αυτήν».


χαρακτηρίζουν την πλειονότητα των ποιητών και τους φέρνουν κοντά με ή χωρίς την ύπαρξη πρόθεσης και διάθεσης για ένταξη σε μία ομάδα. Ανάλογα έπειτα από την εναρμόνιση ή την απόκλιση από αυτό τον κανόνα θα ονόμαζα περισσότερο παραδοσιακούς ή πρωτοπόρους τους σύγχρονους δημιουργούς και στην προκειμένη περίπτωση τον Πύργαρη. Ως προς το ποιοι θα ήταν οι δημιουργοί που θα καθόριζαν τον κανόνα, θα απαντούσα αυτοί που έχουν μία ταυτότητα και μία αξία η οποία θα αξιολογούνταν συγκριτικά με τους υπόλοιπους, αλλά και αφ’ εαυτής με κάποια κριτήρια (την πρόκληση αισθητικής συγκίνησης, την πυκνότητα του λόγου, το κατά πόσο θέτει ερωτήματα γύρω από το φαινόμενο της λογοτεχνίας, την επίδραση που ασκεί στους συγχρόνους του), πράγμα το οποίο θα μετέθετε το ζήτημα αλλού και εκτός του στόχου της παρούσας εργασίας. Από μία ενδεχόμενη υπεκφυγή με απέσπασε ο ίδιος ο ποιητής, ο οποίος σε προσωπική επικοινωνία που είχα μαζί του, μου ανέφερε ρητά πως θεωρεί τον εαυτό του εκπρόσωπο μίας γενιάς την οποία και ονομάζει «γενιά μεμβράνης», επαναφέροντας το αρχικό μου ερώτημα περί (σύγχρονης) γενιάς.
Ο Πύργαρης χρησιμοποιεί τον όρο «γενιά της μεμβράνης» για τους ποιητές που ανδρώθηκαν κυρίως το τελευταίο τέταρτο του εικοστού αιώνα και αναφέρεται όχι τόσο στον εντοπισμό κοινών στοιχείων σε ό,τι αφορά στην ποιητική τους (αναγνωρίζει τις διαφορές τους), αλλά στην ύπαρξη και λειτουργία κοινών συνθηκών της εποχής που συνέβαλαν, ως καταβολές, στη συγκρότηση ενός ιδιαίτερου ψυχισμού. Οι ποιητές αυτοί, σύμφωνα με τον ίδιο, λόγω ηλικίας δεν συμμετείχαν ενεργά στα γεγονότα των προηγούμενων χρόνων (σταθμό στον αιώνα θεωρεί την εμφάνιση των μαρξιστικών ιδεών και την καλλιέργεια μιας πίστης για έναν κόσμο ισότητας, δικαιοσύνης και κοινωνικού οραματισμού και στη συνέχεια τη διάψευση αυτού του οράματος και τον επακόλουθο εμφύλιο με τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, τα βασανιστήρια, τις εξορίες και τις εκτελέσεις). Παρόλα αυτά, άκουσαν τις διηγήσεις όσων είχαν διαψευστεί και υποφέρει, οι οποίοι διατηρούσαν, σύμφωνα με τον ίδιο κάποια ελπίδα ακόμη για αλλαγή της κατάστασης. Η οριστική συντριβή για εκείνον τοποθετείται χρονικά εκεί κάπου στη δεκαετία του 1980 κι κυρίως στο 1990 (αναφέρει δύο φορές με έμφαση την ημερομηνία), οπότε και η γενιά που τη βιώνει, σιωπηλή πιο πριν, λίγο πριν το γύρισμα του αιώνα, αναλαμβάνει, όντας πιο ψύχραιμη και περισσότερο αποστασιοποιημένη
ψυχικά από τις προηγούμενες, το βάρος της αποτίμησης της κατάστασης, «της παρακαταθήκης», όπως λέει.
Στο μεταίχμιο δύο αιώνων, συνεπώς, η γενιά λειτουργεί ως «μεμβράνη ή αλλιώς διηθητικό χαρτί που έχει τη δύναμη να μεταφέρει στον εικοστό πρώτο το ιδιαίτερο αποτύπωμα του εικοστού, αφού τον διυλίσει πρώτα μέσα της, κρίνει το άξιο που πρέπει να περάσει στην άλλη πλευρά και παράγει την άξια κληρονομιά της». Χαρακτηριστικό της γενιάς επίσης είναι η κατανόηση των λειτουργιών του διαδικτύου και η αξιοποίησή των δυνατοτήτων του στη διάδοση της λογοτεχνίας, κάτι που, όπως λέει ο ίδιος, δεν είναι μόνο ένα εξωτερικό στοιχείο, ένα ακόμη μέσο πέρα από το χαρτί (είναι και αυτό), αλλά και ζωτικής σημασίας για την ελεύθερη έκφρασή της, αφού την αποδεσμεύει από το κέντρο και την πίεση των λογοτεχνικών κύκλων με τους όρους που θέτουν για ένταξη και προβολή των νέων:
"Η «γενιά μεμβράνη» λοιπόν, έχει αρχίσει ήδη να μιλά. Η «γενιά μεμβράνη» επιτέλους συγκροτείται. Συγκροτείται άναρχα με την αρμονία του δάσους. Σα τα τζιτζίκια οι ποιητές της, τραγουδάνε γιατί δε μπορούν να κάνουν αλλιώς. Άλλος στον Έβρο, άλλος στη Θεσσαλονίκη, άλλος στην Καρδίτσα, την Αθήνα, το Αργος και τη Κρήτη. Ακόμη και στη Κύπρο. Σε πόλεις και χωριά της Ελλάδας ίσως και του εξωτερικού. Μέσα στο διαδίκτυο, που είναι πια ένα μεγάλο χωριό. Γιατί είναι και αυτό ένα χαρακτηριστικό της «γενιάς μεμβράνης». Ότι αναδύεται αργά και σταθερά και μέσα από το διαδίκτυο, εκτός από τους παραδοσιακούς τρόπους που επιλέγει κατά περίπτωση ο καθένας. Αναδύεται τραγουδώντας πάνω σε δέντρα-blog, τραγούδι λεύτερο. Και από το τελευταίο χωριουδάκι της Ελλάδας ή ακόμα και του εξωτερικού, μπορεί κανείς να τραγουδήσει και να ακουστεί η φωνή του. Είναι η πρώτη γενιά, που εξ’ αιτίας του διαδικτύου, δε χρειάζεται να συχνάζει στα λογοτεχνικά καφενεία των Αθηνών για να «υπάρχει». Δε χρειάζεται να φιλήσει κανείς ευλαβικά τα χέρια κάποιου παραδοσιακού τάχα πατριάρχη ή μέντορα για να λάβει λογοτεχνική υπόσταση. Μοναδικό κριτήριο το τραγούδι του, που είναι πια στη διάθεση της συλλογικής κρίσης και της ιστορίας. Και αυτό, ίσως ενοχλεί πολλούς"

Μεταξύ των ποιητών που ο ίδιος εκτιμά και θεωρεί ότι ανήκουν στη «γενιά μεμβράνης» είναι οι Γιάννης Ρηγόπουλος, Θοδωρής Βοριάς, Έκτωρ Πανταζής, Σωκράτης Ξένος o Θεοδόσης Βολκώφ ο Γιώργος Ανυφαντής και φυσικά άλλοι που πιθανόν να του διαφεύγουν αυτήν την στιγμή.
Παρά τις όποιες ενστάσεις, κάποιες από τις οποίες αφορούν στη σχέση της ιστορικο-κοινωνικής πραγματικότητας με τη λογοτεχνία[1] και σε θέματα ιστορίας της λογοτεχνίας και, πιο συγκεκριμένα περιοδολόγησης[2], οι οποίες δε μας προβληματίζουν από τη στιγμή που ο ποιητής χρησιμοποιεί τον όρο προς δική του διευκόλυνση, τα παραπάνω είναι χρήσιμα για να γνωρίσουμε καλύτερα την ποιητική του και να τον εντάξουμε χρονικά, όπως ο ίδιος δείχνει να επιθυμεί, στο μεταίχμιο 1980-1990.
Άνδρωση λοιπόν κατά το τελευταίο τέταρτο του εικοστού αιώνα, οπότε λογοτεχνικά κυριαρχεί η λεγόμενη γενιά της αμφισβήτησης (η γενιά του ’70), με τις αντιεξουσιαστικές της τάσεις (τότε, κατά τον Μερακλή, ωριμάζει και η έννοια του ανένταχτου[3]) και μία αντίδραση στην δήθεν κουλτούρα, κατά την επιρροή του κινήματος των χίπις στην Αμερική[4]. Σιωπή, καθώς κατά τα παιδικά χρόνια η γενιά αυτή γνωρίζει τη δικτατορία και συγχρόνως διάθεση γι αποτίμηση των καταστάσεων με μία νηφαλιότητα μεγαλύτερη από την προηγούμενη γενιά και απέναντι στα ιστορικά γεγονότα, αλλά και απέναντι στις σύγχρονες τεχνολογικές εξελίξεις. Λογοτεχνικά, λοιπόν, ποια είναι τα χαρακτηριστικά της γενιάς του ’80-’90 (είναι μία γενιά;);
Σύμφωνα με την οξυδερκή παρατήρηση του Παντελή Μπουκάλα[5], χαρακτηριστικά αυτής της γενιάς είναι: «υποχώρηση της στρατευμένης ποίησης, που όμως δεν οδήγησε σε εξάλειψη της ποίησης κοινωνικού και πολιτικού προβληματισμού αλλά σε αναδίπλωσή της, σε αλλαγή του τόνου και σε εσωτερίκευσή της. Αύξηση των ποιημάτων ποιητικής που στην πλειονότητά τους θεωρούν και αποτιμούν την ποιητική λειτουργία με περίσκεψη, πίκρα και ειρωνεία. Επίταση της διακειμενικότητας και πολλαπλασιασμός των γλωσσοκεντρικών ποιημάτων. Επικράτηση της


________________________________________
[1] Ο ποιητής δείχνει να θεωρεί δεδομένη την επίδραση της εξωτερικής πραγματικότητας και των συνθηκών της στο δημιουργό, ο οποίος και θα πάρει οπωσδήποτε θέση απέναντί της, αποτιμώντας την, αποκλείοντας την εκδοχή να στραφεί στον εαυτό του και σε όψεις πιο εσωτερικές.
[2] Προσπαθώντας να δώσει το στίγμα της γενιάς του και να την διαφοροποιήσει από τις προηγούμενες, κάνει μία διάκριση ανάμεσα σε συμμετάσχοντες και μη στις ιστορικές εξελίξεις. Τους πρώτους, ωστόσο, τους βλέπει γενικευτικά, καθώς δεν προχωρά σε επιπλέον διάκρισή τους ανάλογα με βάση το κριτήριο που έθεσε περί συμμετοχής. Έτσι είναι η γενιά πριν από αυτήν της «μεμβράνης» και όχι η γενιά της αντίστασης (του ’50), της ήττας ή του άγχους (του ’60) και της αμφισβήτησης (του ’70).
[3] Βλ. Μιχάλης Μερακλής, Σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία, 1945- 1980, Μέρος πρώτο: Ποίηση, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 1987, σελ.12
[4] βλ. Μερακλής, ό.π. σελ.13
[5] Βλ. Παντελής Μπουκάλας, «Οι ποιητές σαν περιηγητές ερειπίων», Η Καθημερινή, 25 Ιουνίου 1996 στο Γαραντούδης, ό.π. σελ.217

αστικής δημοτικής και συνεπώς άμβλυνση της ποιητικής χρήσης γλωσσικών τύπων, είτε της καθαρεύουσας, είτε υπαίθριων ιδιωμάτων, καθώς και εμπλουτισμός του ποιητικού λεξιλογίου με ξενόφερτες και απορριπτέες στο παρελθόν (καθότι βωμολοχικές) λέξεις. Μείωση των αρχαιοελληνικών και ιστορικών αναφορών και δανείων, η οποία συνδυάζεται με την ροπή προς ένα μη ελληνοκεντρικό αλλά αποεθνικοποιημένο ποιητικό λόγο. Ο περιορισμός της εποπτείας του ποιητικού χωροχρόνου στο ατομικό και ακέραιο στοιχείο, κατά συνέπεια σπανιότητα συνθετικών ποιημάτων. Αντιμετώπιση της πεζολογίας της μεταπολεμικής ποίησης με τη ρυθμική οργάνωση του ελεύθερου στίχου, που παραμένει η κυρίαρχη μορφή. Ελάττωση των ολικών θεωρήσεων και οραματικών ανασυστάσεων του κόσμου και προσήλωση της ποιητικής προσοχής σε μία μόνο όψη του, ικανή να ειδωθεί και να αποτυπωθεί ποιητικά μ’ ένα λόγο ήσσονος τόνου».
Παρακάτω θα επιχειρήσω, ξεκινώντας από τον ίδιο τον ποιητή και το έργο του, να δω ποια χαρακτηριστικά από αυτά που εντοπίστηκαν παραπάνω διακρίνονται στην ποίησή του (χωρίς πρόθεση βέβαια να το προσαρμόσω με ακροβασίες σε έτοιμα θεωρητικά σχήματα). Έτσι, τη θέση των τίτλων έχουν πάρει τα στοιχεία αυτά κι ανιχνεύεται η θέση τους.


Στοιχεία περιεχομένου:

Α) Ο ποιητής ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό

Η γενιά του ’80 έχει χαρακτηριστεί κατεξοχήν ως η γενιά του «ιδιωτικού οράματος»[1], μία γενιά που, έχοντας απεμπολήσει το κοινωνικό όραμα στο οποίο στρατεύτηκε παλαιότερα ενεργά μεγάλο μέρος του κοινωνικού σώματος[2], έχει αναγορεύσει το άτομο σε πρωταρχική αξία. Ο λόγος μίας τέτοιας γενιάς είναι κλειστός στον εαυτό του, με μεγάλη δόση υποκειμενισμού. Μετριοπαθέστερος στην κρίση του και λιγότερο αφοριστικός, ο Μπουκάλας, δείχνει να συμφωνεί ως προς την υποχώρηση της στράτευσης, χωρίς ωστόσο να αφαιρεί από τους ποιητές του ’80 τον κοινωνικό προβληματισμό. Για εκείνον, η αλλαγή απέναντι στην πραγματικότητα της στάσης των δημιουργών (την ονομάζει «αναδίπλωση») είναι ζήτημα τόνου.
Σε κάθε περίπτωση, ο Πύργαρης θεωρώντας τον εαυτό του ξεκάθαρα εκπρόσωπο μίας γενιάς (βλ. και ως τίτλους μόνο «Της γενιάς μου», «Η μοίρα μας») και τη λογοτεχνία τρόπο να πάρει κανείς θέση στα πεπραγμένα και να αποκαλύψει/ αποτιμήσει καταστάσεις, όχι μόνο δεν αναδιπλώνεται, ρίχνοντας τους τόνους, αλλά σταδιακά, όσο νιώθει τον εαυτό του έτοιμο, μετατοπίζει το βάρος από την ιδιωτική σφαίρα στη δημόσια, ενώ γίνεται και πιο άμεσος και καυστικός απέναντι σε ό,τι τον κάνει να δυσφορεί.
Έτσι, ενώ ξεκινά με ποιήματα πιο εξομολογητικά και λυρικά, που αφορούν στον έρωτα (ολόκληρη η συλλογή Ωραιοδίνη), προοδευτικά ο προβληματισμός του στρέφεται έξω από εκείνον και την «ιδιωτική θλίψη» του και αγγίζει τον κόσμο, κάτι που γίνεται εμφανές στον Χαιρετισμό και ακόμη περισσότερο στα Σκοτεινά ποιήματα: ο ποιητής προβληματίζεται φανερά για τη θέση και το χρέος της γενιάς του απέναντι στους προγόνους και τις μελλοντικές γενιές, του ίδιου του δημιουργού, τη φτώχεια[3], σαρκάζει τη ματαιότητα των ανθρώπινων έργων[1], τον αποπροσανατολισμό και την μετατροπή του κόσμου σε ακίνδυνη μάζα, λεία των ισχυρών από δημαγωγούς[2].


________________________________________
[1] Βλ. Ηλίας Κεφάλας, «Η γενιά του ιδιωτικού οράματος. (Νέες εμφανίσεις στην ποίηση)»,Νέες Τομές, τχ. 5 (97), Απρίλιος-Ιούνιος 1986 και του ίδιου Ανθολογία σύγχρονης ελληνικής ποίησης. Η δεκαετία του 1980. (Ιδιωτικό όραμα), Αθήνα, Νέα Σύνορα 1989, Β.Δ. Αναγνωστόπουλος, Μοναχικές αναγνώσεις. Το ιδιωτικό όραμα και η ποίηση. Ανθολογία, Βιβλιογονία, Αθήνα 1993 στο Γαραντούδης, ό.π. σελ. 202 κ.ε. καθώς επίσης και τις σχετικές αντιδράσεις στον όρο των Δαβέττα και Χατζηβασιλείου (ό.π. σελ.210, υποσημειώσεις 6 και 4 αντίστοιχα)
[2] Βλ. Γαραντούδης, ό.π. σ.σ.208-209
[3] Βλ. «Οι Πέρσες»



Β) το παρελθόν ως παρακαταθήκη: το παρελθόν της ιστορίας και το παρελθόν της ποίησης

Ο Πύργαρης βλέπει τη γενιά του ως μία γενιά χωρίς ιστορία και χωρίς μνήμη, που έχει εξασθενίσει να φυλάει «Θερμοπύλες» (το εξαιρετικά επίκαιρο ποίημα παρατίθεται στο επίμετρο), οι οποίες δείχνουν να μην έχουν την αξία που θα ήθελε να πιστεύει. Ο Ξέρξης μοιάζει να μην ενδιαφέρεται να έρθει, ή μπορεί ακόμα και να έχει περάσει και να έχει κατακτήσει τις Θερμοπύλες με τόση δεξιοτεχνία, που οι υπερασπιστές της να μην το έχουν καν καταλάβει.
Η γενιά του Πύργαρη, είναι μία γενιά διψασμένη για επιτεύγματα, για κάτι μεγάλο το οποίο αν και δεν είναι κατ’ ανάγκη κατάκτηση, θα μπορούσε κάλλιστα να είναι μία σπουδαία διατήρηση, παρ’ όλα αυτά αντί για τους Πέρσες, μάχεται, όπως λέει, τα κουνούπια και αντί για ασπίδες κρατά «Αουτάν».
Έχοντας υποψιαστεί πως οι μάχες πια δίνονται ιδιωτικά και πάντα για την εξυπηρέτηση αλλότριων συμφερόντων, από ισχυρούς που χρησιμοποιούν τους αγωνιστές ως πρόσχημα, με σαρκασμό και πικρία αντιλαμβάνεται πως είναι κι αυτός ένας από τους παροπλισμένους (και από την αρχή αφοπλισμένος) και, ένοχος, σκέφτεται ως λύση τη λιποταξία, αφού δεν μπορεί να αντικρίσει τον πατέρα που περιμένει μάταια στο καφενείο πάνω από μια εφημερίδα να μάθει νέα του, ούτε τη μητέρα, η οποία έχει γεράσει στην αναμονή. Το περήφανο «ή ταν ή επί τας» των προγόνων, έχει πάρει τη μορφή ενός (ψευδο) διλήμματος τρέλας ή θανάτου- νίκη δεν υπάρχει ή σωτηρία. Ένας εχθρός πιθανός είναι πια και ο σύντροφος.
Βλέπει έτσι μία ολόκληρη νέα γενιά, αφενός, να μην μπορεί να δικαιώσει την προηγούμενη[3] και, αφετέρου, να χαιρετίζει με αμηχανία και ενοχή τη νεότερη που δεν μπόρεσε να της προσφέρει τον καλύτερο κόσμο που άξιζε[1].
Είναι «Οι νέοι Ρωμαίοι»


________________________________________
[1] Βλ. τον «Κολοσσό» από τα Σκοτεινά ποιήματα
[2] Βλ. «Η εκδήλωση» από τα Σκοτεινά ποιήματα, όπου το ακροατήριο παρακολουθεί σε ένα αμφιθέατρο ριγμένο στο βυθό, τον ομιλητή που μιλάει για κατοχύρωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και για έννοιες που καθόλου δεν πιστεύει, και τελικά χωρίς να το καταλάβει, ακινητοποιημένο κι αποπροσανατολισμένο καθώς είναι, τον καταβροχθίζουν οι καρχαρίες
[3] Η έννοια της δικαίωσης τον βασανίζει αρκετά, βλ. και «Η σόμπα» (Χαιρετισμός)


Σκλάβοι που ζουν
την απόγνωση μιας ειρήνης οικτρής
σκλάβοι που ζουν
την απουσία δοξασμένων θανάτων
γερά δεμένοι
σε αλυσίδες δανείων
και χειροπέδες
μηνιαίων λογαριασμών

ωχροί ασθμαίνοντες
αναλώσιμοι σκλάβοι
οσφυοκάμπτες και σιωπηλοί
-προπαντός σιωπηλοί-
το ιδρωμένο τους νούμερό
σφιχτά βαστώντας
αναμένουν καρτερικά
στα σύγχρονα Νταχάου
σε υπηρεσίες και τράπεζες
σε δρόμους και νεκροταφεία
σιωπηλοί στη σειρά τους
σιωπηλά να τους θάψουν[2]

Λογοτεχνικά, υπάρχει, όπως παρατηρεί ο Μπουκάλας, «επίταση της διακειμενικότητας», μία θαρραλέα συνομιλία με το λογοτεχνικό παρελθόν (η οποία, κατά τη γνώμη μου αξίζει να μελετηθεί και για την οποία, λόγω έκτασης, μόνο νύξεις μπορώ να κάνω με τον κίνδυνο να χαρακτηριστούν ατεκμηρίωτες): εμφανέστερα με το Γιώργο Σεφέρη[3], τον Ελύτη[4], ακόμη πιο ρητά με τον Καβάφη[5] (από τον οποίο όχι μόνο δε συντρίβεται, αλλά μέσα από το διάλογο μαζί του δίνει και μερικά από


________________________________________
[1] Βλ. σχετικά «Ακριβογιός», «Ο βράχος»
[2] Το ποίημα θυμίζει έντονα εκείνο του Κάσσου, γραμμένο λίγα χρόνια νωρίτερα: Όλ’ η ζωή μου πέρασε/ σε μια στενή αίθουσα αναμονής.// Παντού έμαθα και περιμένω/ στα σχολειά στους σταθμούς/ στα δημόσια γραφεία στους δρόμους/ πάντοτε έπρεπε να περιμένω/ μέσα σε νυχτωμένες αναμονές/ μέσα σε απολιθωμένους υπολογισμούς/ έπαιξα τα χρόνια μου/ και τα ’χανα περιμένοντας/ δίχως να ξέρω τι… («Ποίηση ’80). Στον ίδιο θεματικό κύκλο ανήκει και το «Νέοι Αττικισταί», όπου επικρατεί η ειρωνεία και ο σαρκασμός στη θέση της περίσκεψης και της πικρίας
[3] Βλ. «Με τον τρόπο του Γ.Σ.»
[4] Βλ. «Το πρώτο του κόσμου δάκρυ»
[5] Βλ. «Θερμοπύλες», «Πέρσες», «Λιποταξία»

τα πιο επιτυχημένα ποιήματα του[1]), αλλά και με την αμέσως προηγούμενη γενιά (Καραβίτη[2], Καρατζόγλου[3], Υφαντή[4]), ενώ κάποιες φορές, όπως αναφέρω παρακάτω, αφορμάται από μία φράση ή ένα στίχο του Εγγονόπουλου που είτε αντιστρέφει είτε παραλλάσσει και προτάσσει στη συνέχεια ως μόττο στα ποιήματά του.
Ακόμα, η πίστη του στο μαχόμενο συγγραφέα απηχεί απόψεις ποιητών της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς (θα μπορούσαμε να συγκρίνουμε τα ποιήματα ποιητικής του, για τα οποία μιλώ αμέσως παρακάτω, με αντίστοιχες ποιητικές, λόγου χάρη του Αλεξάνδρου, του Αναγνωστάκη, του Λειβαδίτη, [(υφολογικές) επιρροές του οποίου διακρίνουμε κυρίως στα πεζά ποιήματά του[5]]. Η ανίχνευση ξενικών επιρροών θα είχε επίσης ενδιαφέρον στο βαθμό που κάτι τέτοιο φανερώνει μία τάση προς διαμόρφωση του χαρακτήρα της σύγχρονης ποίησης (αν είναι ελληνική ή απεθνοποιημένη).
Σε γενικές γραμμές, πάντως, τα θέματά του είναι αντλημένα από την παράδοση, την ιστορία[6] και το μύθο[7], ενώ η δόμηση του έργου του ακολουθεί την αρχιτεκτονική ενός αρχαιοελληνικού κτίσματος.

Γ) Αυτοαναφορικότητα- ποιήματα ποιητικής

Μεγάλος είναι ο αριθμός των ποιημάτων ποιητικής . Ο ποιητής δείχνει να προβληματίζεται διαρκώς γύρω από την τέχνη του, τα υλικά του μέσα και το ρόλο του ποιητή, ενώ γράφει και ποιήματα στα οποία δείχνει τι δεν είναι ποιητής, τι δεν του πρέπει. Ποιήματα αυτού του κύκλου είναι, μεταξύ άλλων, «Με τον τρόπο του Γ.Σ.» και «Ο αμφίβιος» (από τη Μαθητεία), τα «Χάρτινα όστρακα», «Δρόμοι γεμάτοι αίματα», «Ο


________________________________________
[1] Αναφέρω αυτούς γιατί ο ίδιος λέει πως από εκείνους κυρίως επηρεάστηκε, πέρα από τις άλλες επιρροές που ενδεχομένως να έχει δεχτεί και από άλλους
[2] Βλ. τον «εργώδη ποιητή» παράλληλα με «Το παιγνίδι της επαφής» (1973) του Καραβίτη:Μετά από τριάντα χρόνια/ άγονης περιστροφής περί τον άξονά σου/ καταλαβαίνεις πια πόσο απλό/ πόσο εύκολο ήταν/ να ζήσει ο κόσμος είκοσι τόσους αιώνες/ χωρίς εσένα.
[3] Δες την εικονοποϊα του σύγχρονου κόσμου, την «οιμωγή των νικημένων» του Πύργαρη παράλληλα με του Καρατζόγλου («ΔΞΘ», 1975)
[4] Βλ. «Η μοίρα μας» του Πύργαρη παράλληλα με του Υφαντή, «Μαθρασπέντα» (1978) και την οργή και των δύο απέναντι στους αστούς που γυρίζουν την πλάτη στην εγχώρια πραγματικότητα (στον πρώτο) και βολεύονται στα προνόμια που κληρονόμησαν (στο δεύτερο), προδότες κι ασφαλείς
[5] Βλ. «Ο αγιασμός», «Ο δάσκαλος», «Η σόμπα», «Φωτοστέφανο»
[6] Βλ. το ποίημα «Σμύρνη», εμπνευσμένο από τη Μικρασιατική Καταστροφή
[7] βλ. τα ποιήματα «Μινώταυρος», «Ο νέος Θησέας», «Τηλέμαχοι»


Εργώδης ποιητής», «Άυλη πόλη», όλα από τη συλλογή Σκοτεινά ποιήματα.
Στο ποίημα «Με τον τρόπο του Γ.Σ.», ο Πύργαρης συμμερίζεται τις απόψεις του Γιώργου Σεφέρη για την ποίηση. Έτσι, σε μία αποστροφή στον εαυτό του, τον καλεί να γίνει απλός και κατανοητός, γιατί

για δεν αρμόζει μας μια ποίηση βαβέλ
ούτε μια ποίηση ξανθιά
που στους καθρέφτες καλλωπίζεται
όταν ο κόσμος χάνεται

γιατί μια γλώσσα πιο υποφερτή δε βλάφτει
καθώς οι ποιμένες αγνοούν
όταν πάνω στα χαρτιά τους εξαντλούνται
-για μια καινούρια τεχνική
για μια πρωτοπορία-

το φίδι
που απ’ τα πόδια της καρέκλας πιάνεται
και δοκιμάζοντας τη γλώσσα ανεβαίνει

Ο ποιητής οφείλει να είναι φυσικός και αντιληπτός, δεν του πρέπουν οι πόζες και ο ναρκισσισμός ούτε οι περίτεχνες τεχνικές κάτω από τις οποίες υποψιάζεται ο ίδιος μία κενότητα. Αντίθετα, οφείλει να είναι επικίνδυνος κι η γλώσσα του δηκτική, να ανεβαίνει σε και να απειλεί όσους έχουν βολευτεί στη θέση τους, είτε ως θεατές είτε ως έχοντες μία κάποια εξουσία.
Στο αμέσως επόμενο ποίημα της συλλογής ήδη από τον τίτλο («Ο αμφίβιος») βλέπουμε τον διχασμό τον ποιητή: είναι αμφίβιος, αυτός που ζει σε δύο κόσμους, στη στεριά, την παραδομένη στη λήθη και στο πέλαγος κάθε λευκής σελίδας, όπου βουτά για να ανασύρει σα χαμένη
πολιτεία τον μεστό λόγο της ποίησης και, δείχνοντάς τον στους άλλους να τους ζεστάνει.
Εδώ, ο ποιητής, χωρίς να αρνείται την καταγωγή του (είναι ένας από το πλήθος, αλλά και διαφοροποιείται από αυτό) έχει το ρόλο αυτού που παρηγορεί και ας μένει ο ίδιος πάντα απαρηγόρητος: βουτά στο πέλαγος, με την επίγνωση πως μπορεί και να γυρίσει με άδεια χέρια, και αντρειωμένος και παγωμένος ακόμη από την αλήθεια που του αποκαλύφτηκε, καλείται με την εσωτερική του φλόγα να ζεστάνει τους άλλους, οι οποίοι, μάλιστα, φαίνεται να αγνοούν την ίδια τους την ανάγκη για σωτηρία:

Αντρειωμένε ποιητή, μη τους αφήσεις να χαθούν
όσο κι αν δε το ξέρουν, προσμένουν τα τραγούδια
φωτιές σπείρε τα λόγια σου να ζεσταθούν
μη μαραθούνε της καρδιάς τους τα λουλούδια

Στα «Χάρτινα Όστρακα» ο ποιητής θυμίζοντας τον Εγγονόπουλο (η ποίηση δε μα βοηθά να ζήσουμε, αλλά να πεθάνουμε) προτάσσει μέσα σε παύλες ένα δικό του μόττο στο οποίο μιλά για τη σχέση ποίησης και αθωότητας. Σύμφωνα με αυτό, η ποίηση δεν βοηθά το δημιουργό να βρει την αθωότητά του, αλλά να τη χάσει.
Αντίθετα με τον Ελύτη, στον οποίο η αθωότητα έχει πάντα θετική χροιά και ύψιστος στόχος του δημιουργού είναι η αναπαρθένευση του κόσμου, στον Πύργαρη μοιάζει να θεωρείται συνώνυμη της άγνοιας, η οποία αν και ταιριάζει στη νεότητα, δεν πρέπει στον ποιητή, στόχος του οποίου είναι να αποκαλύψει την πλάνη και να αποτιμήσει. Η αθωότητα για την οποία κάνει λόγο εδώ είναι χαρακτηριστικό ανθρώπου αποκομμένου από τη ζωή, δημιουργού κλεισμένου στον χάρτινο κόσμο του, παραστρατημένου, όπως λέει, από τη δράση. Έργα ενός τέτοιου δημιουργού δεν μπορεί να πατούν γερά στη γη και να έχουν εκείνο το βάρος που τα επιτρέπει να στέκονται (αιωρούμενα), αλλά εκτρέπονται σε μία άλλη σφαίρα, γεμάτη σκοτάδι κι ασάφεια (ιλιγγιωδώς ταξιδεύουν/ στη νυχτιά και το χάος).
Πρόκειται για έργα- κατασκευές με διακοσμητικό χαρακτήρα και κανένα πραγματικό αντίκρισμα σε ζητήματα του κόσμου που καίνε. Γίνονται, εν πολλοίς, μία εύκολη κι ανώδυνη φυγή στην Εδέμ, η οποία ακριβώς γι αυτό το λόγο θα τους συντρίψει, κόβοντας και ρίχνοντάς (ή καλύτερα, επιστρέφοντάς) τους στο κενό.
Στον «εργώδη ποιητή», πάλι απαντώντας ίσως στον Εγγονόπουλο (γι αυτό τα ποιήματά μου είναι λίγα), προτάσσει ένα μόττο στο οποίο βλέπει υπερπληθώρα ποιημάτων (-Μήπως έχουμε/ περισσότερα τραγούδια/ απ’ όσα μπορούμε ν’ αντέξουμε;-) σε σχέση με τις πραγματικές ανάγκες της εποχής.
Στο ποίημα αυτό ένας ποιητής δουλεύοντας πάνω στην εικοστή συλλογή του, ξαφνικά σταματά, καθώς αντιλαμβάνεται την και συντρίβεται από τη ματαιότητα της πίστης του πως με τα γραπτά του θα σώσει ή θα αλλάξει με κάποιο τρόπο τον κόσμο. Συνειδητοποιεί με πικρία και αυτοσαρκασμό πως η μόνη αναγνώριση που γνώρισε ως τώρα ήταν μέσα από στενούς κύκλους στους οποίους τελικά αναρριχήθηκε πολλάκις έρποντας. Τελικά παρηγορείται στην σκέψη πως έστω κι αν δεν έσωσε τους άλλους, δεν είναι κακό να σώσει τον εαυτό του και έτσι επιστρέφει στα γραπτά του. Το όνομα, δε, της συλλογής Από δυσμάς που επέλεξε ο Πύργαρης για τον ποιητή του δε φαίνεται τυχαίο. Αντίθετα, τονίζει περισσότερο τη ματαιοδοξία του δημιουργού, ο οποίος, θρεμμένος με δυτικά πρότυπα και φιλοδοξίες να τα φτάσει ή να τα ξεπεράσει και να κάνει τη μεγάλη ανατροπή που θα ου εξασφαλίσει έναν σεβαστό αριθμό θαυμαστών και αντιπάλων, δεν μπορεί παρά μπροστά στην αναμέτρησή του με την πραγματικότητα να συντριβεί.
Στο εξαιρετικό ποίημα «Άυλη πόλη» (χωρισμένο εσωτερικά με τους υπότιτλους «Ο αρχιτέκτονας» και «το πηγάδι»), το οποίο λόγω έκτασης παραθέτω στο επίμετρο, ο ποιητής μεγάλος και καταξιωμένος πια, περιστοιχισμένος από κύκλους θαυμαστών και κριτικών, που τον αναγνωρίζουν όψιμα, εκφράζοντας γι αυτόν έναν θαυμασμό εξωτερικό μόνο (μιλούν για την ευλυγισία των στίχων, τη δόμησή τους πουολοφάνερα είναι έτσι και όχι αλλιώς, σα να καταλάβαιναν) χωρίς να τον γνωρίζουν βαθύτερα ωστόσο, περιηγείται στο έργο του και αναλογίζεται τι κρύβεται πίσω του. Πρόκειται για μία ποίηση, η οποία πίσω από την κλασική κι επιβλητική επιφάνεια (κίονες), δομείται με τα τραχιά υλικά της ματαίωσης και της περιφρόνησης καανάγκη του δημιουργού να κρύψει πίσω της το σκοτάδι και τη μοναξιά που στραγγίζει τον ίδιο και τροφοδοτεί τους στίχους του.
Ο ποιητής δίνει όλο του το είναι στη δημιουργία- το νερό του πηγαδιού είναι δικό του και με αυτό παίρνει ζωή η πόλη του. Δεν πρόκειται δηλαδή για μία εύκολη, στείρα εγκεφαλική κατασκευή, αρχίζει όμως, εκτείνεται και λειτουργεί με βάση κάποιο σχέδιο. Πρόκειται για έναν πετυχημένο συνδυασμό ιδέας και συγκίνησης που ενδιαφέρον θα είχε να μελετηθεί σε σχέση με την ελυτική θεωρία περί αρχιτεκτονικής δόμησης του ποιήματος, τη σολωμική των στοχασμών, ή ακόμα και το ποίημα «Ανταποκρίσεις» του Μπωντλαίρ. Επιπλέον, η ύπαρξη σχεδίου είναι ένας δείκτης που αποκαλύπτει πως ο ελεύθερος συνειρμός και το τυχαίο έχουν λιγότερο χώρο στην τέχνη του σε σχέση με τον στοχασμό.
Και αν στα παραπάνω ποιήματα δίνει περισσότερο τον ορισμό του ποιητή και το χρέος του, της ποίησης και των ορίων της, στο ποίημα «Δρόμοι γεμάτα αίματα» δείχνει (βλ. επίμετρο- όπως και στα «Χάρτινα όστρακα») να δίνει τον αντίθετο ορισμό: τι δεν πρέπει να είναι ο ποιητής:
Το ποίημα δείχνει να αποτελεί κριτική στους νεορομαντικούς ποιητές, «τα θέματα του ‘τίποτα’, της θανατίλας, της φθοράς και του εγώ, ο έρωτας ως ψευδαίσθηση επαφής με τους άλλους, η ατέλεια της γλώσσας ως εκφραστικού οργάνου της ποίησης, ο μανιερισμός της βίας, η εικονογράφηση ενός κόσμου κυριαρχημένου απ’ τη φρίκη και τον παραλογισμό, η φυγή από την πραγματικότητα και η δημιουργία ενός πλασματικού κόσμου, η ρητορική και δραματοποιημένη έκφραση, η γλωσσική και μορφική κατασκευαστικότητα, η αποσπασματική τεχνική»[1].
Ζητά έναν αληθινό ποιητή και όχι καρικατούρα η οποία έχει διαμορφωθεί από του κόσμου τις βολικές αντιλήψεις περί αγοραφοβίας, εκκεντρικότητας και ονειροφαντασίας: ο Πύργαρης στο εδώ και το τώρα παίρνει παρουσίες.


________________________________________
[1] Βλ. Γαραντούδης, ό,π., σ.σ. 247-248ι συγκροτείται από τη βαθιά


Δ) η δική του προσέγγιση του έρωτα (και της γυναίκας), της φθοράς και του θανάτου

Παρατηρώντας τη συχνότητα με την οποία επανέρχεται το θέμα του έρωτα στον Πύργαρη, διαπιστώνει κανείς πως κατ’ αναλογία με το πέρασμα από τον ιδιωτικό χώρο στο δημόσιο, μειώνεται κι αυτή σταδιακά και δίνει τη θέση της σε ζητήματα που αφορούν στην σύγχρονη κοινωνία και την ποιητική, αλλά και τη φθορά και το θάνατο. Εκείνο που τον διαφοροποιεί σε σχέση με τους νεορομαντικούς ποιητές ή τους ποιητές- καρικατούρες γενικότερα που αναφέραμε πριν, είναι ο τρόπος με τον οποίο πραγματεύεται αυτά τα θέματα, ο οποίος δεν έχει το χαρακτήρα της ήττας, του πεσιμισμού και της παραίτησης, στοιχεία τα οποία πιθανόν ο ίδιος να αποδεχόταν αν δεν υποψιαζόταν πίσω τους μία ψεύτικη δραματικότητα και ρητορεία.
Πιο συγκεκριμένα, σε ό,τι αφορά στον έρωτα βλέπουμε πως στην αρχή, στα ποιήματα της Ωραιοδίνης έχει αποδέκτη το ιερό και παρθένο πρόσωπο μίας έφηβης. Σε όλη τη συλλογή, που μάλλον θα πρέπει να τη δούμε ως συνθετικό ποίημα, αν κρίνουμε και από το δεύτερο τίτλο που της δίνει ο Πύργαρης («Ωδή στην έφηβη»), αλλά και από το γεγονός ότι έχει μία θεματική, δοσμένη με συνέχεια, εξαίρεται το ασύνετο, απόλυτο και συγχρόνως αθώο του προσώπου, το γεγονός ότι δεν έχει μνήμη κι έτσι τη γεννά (στο ποίημα «Έφηβη» της δίνει το όνομα Νοσταλγία).
Η έφηβη ανήκει σε μία νέα γενιά, η οποία όπως διαβάζουμε στο «Άγγιγμα», είναι ανάλαφρη από βιώματα, δεν γνώρισε τη ματαίωση, δεν πρόλαβε να παλέψει και να κουραστεί. Διαφέρει και εξωτερικά από την πρώτη ματιά από την προηγούμενη γενιά. Ούσα κοπέλα της εποχής της, φορά σκουλαρίκι στον αφαλό, τατουάζ στην κοιλιά, κοντά μπλουζάκια, αγγίζει, ανυποψίαστη για τις επιπτώσεις κάθε τυχαίας κίνησής της, τον άντρα.
Ο έρωτας στο πρόσωπό της δε δίνεται από τον ποιητή ούτε απόλυτα εξιδανικευτικά, φτάνοντας στα όρια της εξαΰλωσης, αλλά ούτε κι εντελώς ρεαλιστικά, ώστε να περάσει στο άλλο άκρο, της ωμότητας. Στο «Φιλί» με πολύ λυρισμό παρομοιάζεται με ένα μελάτο σύκο που γεννά το ένστικτο (μία αρχαία ανάγκη) και ο οποίος λειτουργεί σαν ένα πρόσχημα για να έρθουν σε επαφή, ξαφνιασμένα κι αθωωμένα, τα χείλη:

Φιλί

Μελάτο σύκο ανάμεσα στα στόματα
των κορμιών ο Αύγουστος γινώνει
είναι η αρχαία πείνα
τα χείλη μυστικά σιμώνει
προς το καρπό που ξάφνου χάνεται
και χείλη ακουμπούν, αντί γι’ αυτόν
τα χείλη

Υπάρχει, δηλαδή, σαφέστατα η ανάγκη της ένωσης με το πρόσωπο και της σαρκικής ολοκλήρωσης (ο άντρας δεν αρκείται στο να παρατηρεί, αλλά στην «Άσεμνη σκέψη» για παράδειγμα φαντάζεται πως σπάει το γυαλί που τον χωρίζει από την έφηβη και κάνει έρωτα μαζί της, ενώ στον «Ανεκπλήρωτο έρωτα» περιγράφει το πώς θα αλλάζει η κοπέλα στα μάτια του, καθώς θα μεταμορφώνεται κατά τη διάρκεια της κορύφωσης από ένα τέλειο, αλλά ψυχρό κορμί αγάλματος σε γήινη γυναίκα), ωστόσο αυτή –και καθότι ο άνδρας είναι δεσμευμένος, όπως μαθαίνουμε στο κλείσιμο της συλλογής- καταπιέζεται, με ενοχή και προτάσσοντας τη σύνεση. Μάλιστα, τόσο στην «Άσεμνη σκέψη», όσο και στην «Απώλεια της αθωότητας», τονίζεται η σημασία της σωματικής επαφής, αφού δίνει μορφή στο σώμα: στο μεν πρώτο ποίημα, δίνει στον άγγελο το φύλο του, στο, δε, δεύτερο στην έφηβη ένα σωστό κάτοπτρο για να δει τον εαυτό της, χωρίς τις παραμορφώσεις της εξιδανίκευσης που δημιουργεί ο πλατωνικός έρωτας.
Αργότερα και καθώς αποδέκτης του έρωτα είναι πια μία γυναίκα, η περιγραφή της γίνεται πιο ρεαλιστική. Στο «Γυναίκα και αυτοκράτωρ» (από τη Μαθητεία) εκείνη παραδίδεται στον άντρα και εκείνος προδομένος από την εύκολη νίκη του, την εγκαταλείπει για μία άλλη, πιο δύσκολη περίπτωση. Ενώ στο «Ο Αθέατος των συζύγων κόσμος» το κλίμα είναι μάλλον αντεστραμμένο. Εκεί, η γυναίκα δεν είναι το συναισθηματικό «θύμα» μία κατάστασης, ευάλωτο και αλωμένο, αλλά της αναγνωρίζεται ο χώρος που της ανήκει, των φαντασιώσεων. Έτσι, όταν τη βλέπει ο σύζυγος να φιλά τα ανυποψίαστα παιδιά της, του δίνει κάθε φορά την εντύπωση πως τα αποχαιρετά και φεύγει σε έναν κόσμο δικό της, απροσπέλαστο για εκείνον. Όταν ξαπλώνει, λοιπόν, πλάι στον σύζυγο που χάνεται στην καθημερινότητά του, εκείνη φαντασιώνεται ένα φλογερό πάθος, στην αρχική του μορφή, χωρίς πρόσωπο και όνομα μέσα στα μουσκεμένα εσώρουχά της.
Η φθορά και ο θάνατος, από την άλλη πλευρά, δεν αντιμετωπίζονται μοιρολατρικά, δεν είναι άλλοθι παραίτησης του ποιητή, αλλά βλέπονται σαν ένας δρόμος –τραχύς- προς τη γνώση και την αυτογνωσία. Το «Ταξιδεύοντας προς το φως» είναι χαρακτηριστικό αυτού του θεματικού κύκλου, καθώς επίσης και η «Ιδιωτική θλίψη», όπου και από τον τίτλο αντιλαμβάνεται κανείς την πικρή διαπίστωση που κάνει ο Πύργαρης, πως μόνος του βιώνει κανείς τελικά τα μεγάλα γεγονότα της ζωής του. Ο ποιητής, γράφοντάς τα για έναν φίλο του που πέθανε αιφνίδια εν αναμονή των αποτελεσμάτων από τις ιατρικές του εξετάσεις, καταλαβαίνει πως κανέναν άλλο πέρα από τους γνωστούς αυτού που χάθηκε, δεν αφορά το γεγονός κι έτσι διακριτικά, αφού του αποθέσει τον φόρο τιμής που του πρέπει, σωπαίνει, χωρίς κραυγές και περιττολογίες. Εξαιρετικά ενδιαφέρον για την εικονοποιία του είναι και «Η πεταλούδα της Ανάστασης», στο οποίο ο Πύργαρης δείχνει να αξιοποιεί γόνιμα το ποίημα του Μπωντλαίρ, Το κρανίο (αν αναφέρομαι συχνά σε αυτόν τον ποιητή είναι γιατί και ο ίδιος πέρα από τις κάποιες αναφορές του Γάλλου στα ποιήματά του, βλ. «Σαρκοφάγα μοσχάρια», παραδέχεται πως έχει επηρεαστεί από εκείνον και τους καταραμένους ποιητές γενικότερα).

Στοιχεία μορφής:

Α) ο ελεύθερος στίχος
Έχει ειπωθεί πως η λογοτεχνική γενιά του ’80 φροντίζει ιδιαίτερα τη μορφή των ποιημάτων της, στοχάζεται γύρω από ζητήματα γλώσσας και ρυθμού, απαντώντας στη μορφική ατημελησία της γενιάς του ’70. Έτσι, κρατά τον ελεύθερο στίχο στον οποίο όμως φροντίζει να προσδώσει εσωτερικά μία μουσικότητα κι έναν ρυθμό, προκειμένου να αποφύγει την όποια πεζολογία των προηγούμενων.
Πράγματι, η μορφή δεν είναι κάτι που περνά χωρίς να βασανίσει τον Πύργαρη, ο οποίος δοκιμάζει να γράψει και ποιήματα πιο παραδοσιακά,
με μέτρο και (ψευδο) ομοιοκαταληξία. Τα ποιήματα αυτά[1], λίγα σε σχέση με το σύνολο, αν και όχι τα πλέον επιτυχημένα, δείχνουν την ανάγκη του ποιητή για αρμονία, αφού και εξωτερικά, αν τα παρατηρήσει κανείς, έχουν μία κλασικιστική μορφή και μία ισορροπία, αλλά και αποκαλύπτουν και κάποια ανάγκη για ένα σημείο αναφοράς, ίσως, μία σταθερά μέσα στη ρευστότητα και το άμορφο που ταλανίζει έναν δημιουργό. Σύντομα, ωστόσο, υπακούοντας στην εσωτερική του ανάγκη για ελευθερία και αναγνωρίζοντας, καθώς φαίνεται, τους περιορισμούς της φόρμας, τα εγκαταλείπει και επιστρέφει στον ελεύθερο στίχο, του οποίου τη μουσικότητα χτίζει εσωτερικά, δημιουργώντας παράλληλα την επιδιωκόμενη εντύπωση.
Ενδεικτικά και πάλι, παραθέτω το «Άγγιγμα»:

-Κι έπειτα ήρθαν αυτοί που δε γνώρισαν τη μεγάλη πλά
νη. Ήρθαν ανάλαφροι, χωρίς αίματα, χωρίς σκόνες απ’ τα γκρεμί
σματα. Ολοκαίνουριοι. Δεν είδαν ποτέ να πέ
φτουν από τα βάθρα αγάλματα. Δεν άκουσαν τις οιμωγές εκτοπι
σμένων.
Μια γενιά θαρρείς δίχως μνήμη. Έκοψαν τα μπλουζά
κια ψηλά, φόρεσαν παντού σκουλαρίκια.
Παρθένος ο κόσμος πάλι-

Εδώ, ο τρόπος με τον οποίο κόβει τους στίχους ο ποιητής (ή κατά το καρυωτακικό, τους ξεχαρβαλώνει) (γκρεμί/σματα, πέ/φτουν, εκτοπι/σμένων,μπλουζά/κια) δημιουργεί, οπτικά και συγχρόνως ακουστικά την αίσθηση του γκρεμίσματος, της πτώσης, της κοπής ή καλύτερα, την υποβάλλει, χωρίς να χρειάζεται περίσσεια λέξεων για να τη δηλώσει.
Επιπλέον, η αίσθηση του χάους και της σύγχυσης που δημιουργεί η πτώση των αγαλμάτων τονίζεται από τη συσσώρευση του φθόγγου α στον τέταρτο στίχο και τη χασμωδία βάθρα αγάλματα. Το νεκρό και ψυχρό κλίμα του χώρου έρχονται να γεμίσουν οι ήχοι και οι κινήσεις των


________________________________________
[1] Βλ. «Το δίλημμα» και «Κατάφαση»

σκουλαρικιών: στον προτελευταίο στίχο είναι χαρακτηριστική η παρήχηση των υγρών λ και ρ.
Αλλού η σειρά με την οποία τοποθετεί τις λέξεις μέσα στο στίχο δημιουργεί μία αίσθηση ρυθμού και ισορροπίας. Αντιγράφω ένα τμήμα από «τους Κραταιούς»:

γιατί εμείς
της ημέρας οι φοβεροί κραταιοί
τις νύχτες την αγάπη ικετεύουμε
όταν τη σιδηρά αποθέτουμε πανοπλία
κι απορημένα
τον φόβο μας κοιτάζουν τ’ αστέρια

Εδώ, στον δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και τελευταίο στίχο η αλλαγή στη σειρά των λέξεων και η τοποθέτησή τους με τον συγκεκριμένο τρόπο δημιουργεί την εντύπωση παράλληλων τεντωμένων σχοινιών στα οποία βαδίζουν οι κραταιοί εραστές, λειτουργώντας διαφορετικά τη μέρα (κρατώντας πανοπλίες κι άμυνες) και τη νύχτα (ζητώντας αγάπη). Παράλληλα όμως με την οριζόντια ανάγνωση, οι ίδιοι στίχοι αν τους δούμε κάθετα (μία τέτοια ανάγνωση μπορεί να ξεφεύγει από τις προθέσεις του ποιητή, αλλά νομιμοποιείται να προσγραφεί στο ποίημα, εφόσον την ενεργοποιεί στον αναγνώστη, έστω κι αθέλητα) δείχνουν ότι επί της ουσίας η συμπεριφορά των εραστών δεν αλλάζει, παρά την ανάγκη τους για άφεση: στο τέλος, θα αναζητήσουν την κάποια ασφάλεια (κραταιοί ικετεύουμε πανοπλία, οι φοβεροί την αγάπη αποθέτουμε). Ομοίως, δημιουργούνται ακουστικές και οπτικές εικόνες κι εδώ (παρήχηση του ρ στον δεύτερο, ο βαρύς αντίλαλος της πανοπλίας που πέφτει, στον προτελευταίο στίχο, με την πυκνότητα των α και ρ).

Β) συνθετικά ποιήματα

Όπως είδαμε παραπάνω, κατά τον Μπουκάλα, στη γενιά του ’80 περιορίζεται αισθητά η τάση για συνθετικά ποιήματα, κάτι που σχετίζεται πιθανόν με την πτώση του τόνου και τον περιορισμό της φιλοδοξίας για μεγαλόπνοα ποιήματα: προέχει η έκφραση της ατομικής περίπτωσης και αυτή μπορεί να εκφραστεί και με μικρότερες, ακαριαίες συλλήψεις.
Στον Πύργαρη, βλέπουμε να υπάρχει μία τάση για μεγαλύτερες συνθέσεις (τα περισσότερα ποιήματά του είναι μεσαίας ή μεγάλης έκτασης- αν βάλουμε ένα σχετικό όριο 15 στίχων για το μεσαίας έκτασης ποίημα) και αν δεν μπορούμε να μιλήσουμε για ένα, συνθετικό ποίημα, διακρίνουμε φανερά μία τάση να οργανώνει θεματικά τις συλλογές του, καθώς επίσης και να τις χωρίζει εσωτερικά σε επιμέρους ενότητες. Έτσι, η Ωραιοδίνηπεριλαμβάνει ποιήματα της ίδιας θεματικής που διαβάζονται ταυτόχρονα και σαν συνέχεια, ενώ στον Χαιρετισμό υπάρχει ο χωρισμός της συλλογής στις ενότητες: Άγγελοι από χώμα, Γενιά μεμβράνη, Μινώταυρος, Θερμοπύλες,Οι ατελέσφοροι και Ο νέος Θησέας. Τα Σκοτεινά ποιήματα, από την άλλη πλευρά, λειτουργούν στη λογική του άρθρου του για την open-mind ποίηση (γράφω γι αυτό το θέμα παρακάτω και παραθέτω το άρθρο στο επίμετρο) και από αυτή την άποψη συγκροτούν μία ενότητα όλα μαζί, διαβάζοντας και ξαναγράφοντας το ένα το άλλο.

Γ) γλώσσα

Η γλώσσα του Πύργαρη δείχνει να ακολουθεί την τάση της γενιάς του ’80: πλησιάζει στην αστική γλώσσα, χωρίς να φοβάται μήπως θεωρηθεί αντιποιητική, γνωρίζοντας καλά πως όχι μόνο δεν υπάρχουν αντιποιητικές λέξεις, αλλά αυτές που θεωρούνται τέτοιες, μπορούν, συνδυασμένες κατάλληλα, να αποτελέσουν πολύτιμο εργαλείο στον ποιητή για να δημιουργήσει μία εντύπωση.
Έτσι, ενσωματώνει στο ποιητικό του λεξιλόγιο λέξεις ξενικές προκειμένου να σατιρίσει τον μιμητισμό κάθε ξενόφερτης μόδας («perie» στο Νέοι Αττικισταί) ή να δείξει την πικρία και τον σαρκασμό του για τον παροπλισμό της γενιάς του (βλ «Αουτάν» στις Θερμοπύλες) ή ακόμα, να συγχρονιστεί, χωρίς να ψέξει, με την τάση της νέας γενιάς (η έφηβη τηςΩραιοδίνης φορά ταττού).
Για τον ίδιο σκοπό, της ειρωνείας, χρησιμοποιεί επίσης και αρχαιοπρεπέστερους τύπους (βλ. τον τίτλο Νέοι Αττικισταί), ενώ μία φορά Ωραιοδίνη, η λέξη «γαμημένη», η οποία και έχω την αίσθηση πως δεν ενοχλεί, αφού εντάσσεται σε ένα γενικότερο κλίμα προφορικότητας και εξομολόγησης). Φράσεις και λέξεις, επίσης, με ξηρό δοκιμιακό ύφος (οι διακηρύξεις του ομιλητή της «Εκδήλωσης» περί αναφαίρετων ανθρώπινων δικαιωμάτων) ή παρμένες από τον προφορικό λόγο («σαλτιμπάγκοι» στο ίδιο ποίημα) λειτουργούν εξίσου ειρωνικά, εκφράζοντας άλλοτε οργή κι άλλοτε δυσπιστία. Την ίδια στιγμή χρησιμοποιεί και κάποιους τύπους της δημοτικής περισσότερο παλαιικούς (βλ. τον τύπο «δεν επρόσεξε»), οι οποίοι καταφέρνουν να ενσωματωθούν ωραία στο κείμενο, δίνοντάς του μία ισορροπία παράδοσης και μοντέρνου.

Δ) το ύφος και η σκοτεινότητα

Όπως είδαμε και από την παρουσίαση των ποιημάτων ποιητικής του Πύργαρη, η γλώσσα του ποιητή οφείλει να είναι απλή και κατανοητή, αφού πρωταρχικό μέλημά του πρέπει να είναι η επικοινωνία. Έτσι, ομοίως και το ύφος οφείλει να είναι φυσικό, να βοηθά αυτή την επικοινωνία και όχι να συσκοτίζει.
Συνεπώς, όταν διαβάζει κανείς τον τίτλο Σκοτεινά ποιήματα της τελευταίας συλλογής, πριν βιαστεί να εντοπίσει αντίφαση ως προς τα όσα προτείνει εντός της ο ποιητής, καλό είναι να κατανοήσει την έννοια την οποία προσδίδει στη σκοτεινότητα ο ίδιος. Δεν είναι η σκοτεινότητα όπως τη θεωρεί ο Βαγενάς[1], ως επαρκής αριθμός άλογων στοιχείων (κορύφωση –ή μάλλον ακρότητα- του οποίου θεωρεί τα υπερρεαλιστικά κείμενα) που δυσκολεύουν τον αναγνώστη να βρει αναλογίες μεταξύ των όσων παραβάλλονται.
Διαβάζοντας το άρθρο που συνοδεύει τη συλλογή, ο Πύργαρης εννοεί ακριβώς το αντίθετο: φιλοδοξεί με την ποίησή του να αποκαλύψει μέσα από το σκοτάδι της εξωτερικής πραγματικότητας το φως. Γι αυτό το λόγο, όπως είδαμε και στην «Άυλη πόλη», δε δυσκολεύει τον αναγνώστη του με περιττά άλματα της σκέψης ή με παράδοξο συνδυασμό λέξεων: στόχος του δεν είναι τόσο η ανοικείωση, όσο να περιηγηθεί ο αναγνώστης του στην πόλη του, η οποία έχει δομηθεί με ένα σχέδιο και να συλλογιστεί. Η όποια έκπληξή του θα έρθει στη συνέχεια μόνη της, σταδιακά και από την ίδια την εικονοποιία (βλ. το ποίημα «Εκδήλωση» και την αποκάλυψη, την οποία αρχίζουμε να υποπτευόμαστε, ότι το αμφιθέατρο βρισκόταν από την αρχή στο βυθό της θάλασσας).


________________________________________
[1] Βλ. Νάσος Βαγενάς, Για έναν ορισμό του μοντέρνου στην ποίηση, Στιγμή, Αθήνα 1984, σελ.16 κ.ε.


Ε) τρόπος

Ως προς τον τρόπο (και αναφέρομαι στον λυρικό και δραματικό, όπως τα ορίζει ο Βαγενάς), τέλος, με τον οποίο δίνει τα θέματά του ο Πύργαρης, παρατηρεί κανείς πως ακολουθεί την πορεία του κάθε δημιουργού μέχρι να βρει έναν καθαρά δικό του τρόπο έκφρασης. Αρχικά, πιο λυρικός, με στοιχεία ρομαντικά, καταθέτει αισθήματα, αν και όχι μονοδιάστατα (μέσα τους υπάρχει το στοιχείο της αντίθεσης και της τραγικότητας που κάνει ένα ποίημα πιο σφιχτό: στην Ωραιοδίνη ο έρωτας έχει το στοιχείο της κάθαρσης αλλά και της αμαρτίας συγχρόνως, υπάρχει η σύγκρουση του θέλω και του πρέπει, η επικράτηση μάλλον της σύνεσης μπροστά στην αλήθεια της πραγματικότητας), στη συνέχεια γίνεται πιο μεστός και δραματικός στη μέσα του σύγκρουση: ο εργώδη ποιητής συνεχίζει να γράφει έχοντας πια επίγνωση της ματαιότητας του έργου του. Στοιχεία «παραλόγου» (με την έννοια που δίνει ο Καμύ στο παράλογο στον Μύθο του Σίσυφου) και η οικειοποίησή τους τον φέρνουν πιο κοντά σε έναν ρεαλισμό και μία κριτική της πραγματικότητας που δε χωρά μονομέρειες και ιδανισμούς, που ακούγονται μεν ελκυστικοί, καθότι καθησυχάζουν, αλλά στην ουσία δεν έχουν κανένα έρεισμα.
Με αυτή την έννοια, παρότι τα θέματα που επιλέγει, από την ιστορία και το μύθο, όπως είδαμε, τον φέρνουν κοντά στην παράδοση, ο τρόπος με τον οποίο τα πραγματεύεται και η μορφή των ποιημάτων του (ελεύθερος στίχος, πιο καθημερινό λεξιλόγιο, επικράτηση του δραματικού –με την έννοια που του αποδίδει ο Βαγενάς[1]- έναντι του λυρικού) τον κάνουν μοντέρνο.

Ιδιωτικός και δημόσιος, ερωτικός και πολιτικός, υπαρξιακός και ρεαλιστής, λυρικός και δραματικός, ο Πύργαρης αποτελεί μία περίπτωση ποιητή ο οποίος αξίζει να προσεχθεί. Πρώτα από όλα, καθότι έχει μία


________________________________________
[1] Βλ. Νάσος Βαγενάς, ό.π. σελ. 16 κ.ε.

αξία από μόνος του, ένα λόγο μεστό, μία αλήθεια που καίει και θέλει να εκφραστεί και προπάντων το θάρρος να ξεβολέψει τον «γραμματιζούμενο» άνθρωπο, κάτι που τον κάνει επικίνδυνο και συγχρόνως επίκαιρο, όσο και διαχρονικό και, αφετέρου, γιατί θέτει ερωτήματα γύρω από την κατεύθυνση της σύγχρονής μας λογοτεχνίας: υπάρχει σήμερα μία συγχρονισμένη λογοτεχνική κίνηση κι αν ήταν –ισμός, τι θα ήταν; Ή έχουμε να κάνουμε με ατομικότητες; Ποια είναι η ποίηση σήμερα και ποια η σχέση της με την ιστορία; Οι σύγχρονοι ποιητές είναι εσωστρεφείς ή ανοίγουν την οπτική τους κόσμο; Φιλοδοξούν να γράψουν μία ποίηση ελληνικού χαρακτήρα (και τι εννοούν με τον όρο) ή να λειάνουν τα περιγράμματα της εθνικοτητας; Και τελικά η τωρινή γενιά είναι ένα κομμάτι, μία προέκταση τη γενιάς του ’80;
Σε κάθε περίπτωση, θεωρώ πως η επιστήμη της φιλολογίας με το σπουδαίο αυτό εργαλείο που διαθέτει, την κριτική, θα έβγαινε κερδισμένη αν ανοίγονταν και δοκίμαζε (διακινδύνευε, αν θέλετε) να αποτιμήσει το έργο δημιουργών με προοπτικές (έστω και εν προόδω) και να τους προλάβει από τη λήθη. Με αυτό τον τρόπο θα προλάβαινε και η ίδια λάθη που εντοπίζει στις προηγούμενες γενιές και εννοώ την όψιμη αναγνώριση σημαντικών μορφών.
Παρρησία, άλλωστε, θα ζητούσε και από εμάς ο ίδιος ο Παναγιώτης Μουλλάς, προς τιμή του οποίου γίνεται αυτός ο διαγωνισμός, όταν έλεγε κλείνοντας πονηρά το μάτι:

Η κριτική είναι υπόθεση ταπεραμέντου[1].



Bάγια Κάλφα


________________________________________

[1] Βλ. Παναγιώτης Μουλλάς, Η δέκατη Μούσα. Μελέτες για την κριτική, εκδ. Σοκόλη, Αθήνα, 2001

Πρώτη κριτική Μάνου Τασάκου για μέρος των ποιημάτων του Γιώργου Πύργαρη

  (Το ιστορικό της κριτικής του κ. Τασάκου... Είχα ζητήσει στις 26 Ιανουαρίου 2020 σε προσωπικό μήνυμα στο fb, στον κ. Τασάκο να ρίξει μια μ...