Δευτέρα 20 Απριλίου 2026

Τα πρώιμα


Το πολύτιμο 

Για κάτι το πολύτιμο μιλώ
πούναι στα τρίσβαθά μου
που τόχω ντύσει με τις μάσκες
και τ' αγκάθια που φορώ
που πολεμώ για να το προστατέψω
περνώ πολλά
χωρίς να ξέρω τι είναι
και πού θα τ' απιθώσω...

1985-86
Θεσσαλονίκη




Ίλιγγος

Θυμίαμα από θειάφι το πρόσωπό σου
αχνό, μακρινό και ξένο
Η πάλη των γυμνών μας σωμάτων
βυθισμένη στη κινούμενη άμμο της λήθης
ατμοί οι υπόνοιες
πως όλα ένα τρελό παραμύθι και πως
δεν αναρριχηθήκαμε ακόμη στο φως

Κέρινο ομοίωμα στη σπηλιά της καρδιάς μου
παίζεις ένα κομπολόι δακρύων -αναμετρώντας θλιμμένη
τις νύχτες που πυρπόλησες, με έκσταση ερωτικού τρομοκράτη-

Κατά βάθος είχαμε χαθεί στο διάστημα
προσπαθώντας να συγκρατήσουμε ανεξέλεγκτους μετεωρίτες
νάχουμε κάπου να σταθούμε, νάχουμε κάπου να βαδίσουμε
χωρίς ποτέ να ξεχνούμε, πως θάμαστε εσαεί ναυαγοί
μα ευτυχώς θνητοί

Ολόγυρά μας σφύριζαν ηλεκτρόνια μέρες
ιλιγγιωδώς οι ώρες και χιόνι πολύ

Τότε σε είχα πρωτοδεί
όταν πηδούσες από βράχο σε βράχο, από μετεωρίτη σε μετεωρίτη
με κείνη τη φλογίτσα για φράντζα
πάνω στ' αριστερό σου μάτι
το κακό

Με κάλεσες αναδύοντας μια οσμή από θειάφι
με κάλεσες χύνοντας της αράχνης το νήμα
η άκρη του τρεμόπαιξε στο ξύλινο τραπέζι
που η σκιά μου ανακάτευε λέξεις
καλά τυλιγμένη σε ένα μαύρο παλτό

Θυμάμαι που με φώναζες με άλλο όνομα
ζητώντας τον Απρόσωπο, από μέσα μου ν' αναστήσεις
-κάθε φορά με έσβηνες και κάθε φορά ζωγράφιζα
ξανά το εαυτό μου-

…………………

Δεν έμενα για σένα
τα χελιδόνια κοιτούσα
που πηγαινοέρχονταν στο μέτωπό σου

εκεί, λίγο πιο πάνω από το φρύδι
προσπαθούσαν να τελειώσουν
μια μισοχτι
σμένη
χελιδονοφωλιά



Χάος

Φεύγει το πλοίο, οι αιώνες, το καδράκι
η κουρτίνα ακόμη δε σάλεψε
Το λουλούδια στο βάζο
ζωγραφίζουν τη πιο τρελή φιγούρα
θυσίας και πάθους
Πρέπει να κοιμηθώ βολεμένος
στα στίγματα ενός μεγάλου ερωτηματικού
και το πρωί
να αφήσω τις Ερινύες
να καψαλίζουν την ηχώ τους πάνω στις στέγες
στα κεραμίδια σας...

Κύπελλο η πατημασιά του Ιάσονα η ξυπόλητη
στις αμμουδιές της Κολχίδας
να πιούμε κρασί με ροδανθούς

ακμή η γυναίκα
όταν με το αιδοίο υγρό κι ανοιχτό σα τη λύτρωση
περιμένει ασθμαίνοντα τον άντρα
που παρατώντας στη σκισμένη πολυθρόνα το σακάκι
το πουκάμισο
-με το κουμπί να τρέχει και να νιαουρίζει στο πάτωμα-
σα λιοντάρι βρυχάται στα καπούλια της
αρπάζοντας το χάος απ' τα μαλλιά
και βροντώντας το αλύπητα
πάνω στο σκληρό, τεντωμένο του πέος

για να πλαντάξει το χάος
να σβήσει...


Ελληνικό φως

Μα εδώ, χρυσή βροχή χοροπηδάει
δεν είναι οι πέτρες, οι αρμοί, δεν είναι οι άνθρωποι
είναι το εστεμμένο φως
ανέμελα με το κακό μεθάει
και το λυγάει
είναι που καταρράκτης χύνεται
πάνω στο χώμα μου...

Αυτό το φως δεν παραδίδεται
μας έμαθε πια, μ' άλλους δεν κάνει
μαζί μας στήνει τις κολώνες και τα θαύματα
βοά και σκάβει να μας βρει όταν χανόμαστε
να μας ανθίσει πάλι...

Πέπλο, ζυμάρι αυτό το φως και μάννα!


Νεανικό

Εσείς θεοί
που λείπετε απ'τους δικούς μας φράχτες
που εξοριστήκατε από δω γιατί φοβάστε
κι αράξατε στα χρυσαφιά παλάτια της απόλαυσης
-ανίκανοι μες στην ουράνια μέθη σας να δείτε
την ομορφιά που ανθίζει και πεθαίνει εδώ
αιώνια τραγουδώντας-

εσείς που στη ζεστή του πεπρωμένου σας νεφέλη
τσουγκρίζετε αθανασίας νέκταρ ανέγγιχτοι
της ευωδιάς που φτερουγάει εδώ ελάτε!
ελάτε μια φορά, χωρίς την αύρα του Σωτήρα
να ζήσετε και να πεθάνετε μαζί μας...

Πετάξτε τα χρυσά σας δισκοπότηρα και σηκωθείτε
σα τ' άγριο κλήμα μπολιαστείτε
απ'το δικό μας αίμα το φθαρτό που σιγοβράζει
κάτω από τούτη τη μοναδική
Ανατολή!

............

Γιατί δεν είναι γκρίζα εδώ τα χρώματα
εδώ κάθε λουλούδι ανασαίνει κόκκινο!
ακούραστα σα κάρβουνο πυρώνει
εξαντλώντας μέχρι πνοής την άνοιξή του...


Φαντάσου...

Κρασί φαντάσου την βροχή
που εδώ και ώρες πέφτει...

ποτήρια φαντάσου τα σπίτια
που τα τσουγκρίζουν
κρυμμένοι γίγαντες Θεοί
και πίνουνε τα πάθη

το φόντο πολύχρωμο φαντάσου
φαντάσου στα έγκατά σου
κουβέρτες τα πνευμόνια σου
που χρόνια σε τυλίγουν

φαντάσου πως έστρωσες να κοιμηθείς
απόψε στο ταβάνι...

Ό, τι θες φαντάσου
μα μην ξεχάσεις σε παρακαλώ
μην την ξεχάσεις
την πόλη αυτή που ανήλεα ασθμαίνει
σαν τραίνο σ' ανηφοριά τρανή
κάτω απ' των ωραίων ''φαντάσου''
την μετώπη...



Της γενιάς μου

Σιωπηλή, ταπεινή γενιά, χωρίς ιστορία
στον ρόγχο του αιώνα αντρειεύτηκες
όταν τα αίματα, είχαν πλυθεί

Εποχές τετρακόσιες σε διεκδίκησαν
τις σάρκες τους τρώγοντας
εποχές τετρακόσιες
μάρτυρες θρηνώντας

Οι νικητές σε προστάζουν
με το δάχτυλο τεντωμένο
σε ικετεύουν οι ηττημένοι
να μην τους προσπεράσεις

Λεηλατημένοι δαφνώνες
κι ούτε φύλλο πια για σε
ούτε ξερό κλωνάρι

μια ησυχία μόνο
ήρεμη βουή
κι ένα πικρό ποτήρι
στο ίσως του ορίζοντα
για σε γενιά μου...


Της γενιάς μου

Σιωπηλή, ταπεινή γενιά, χωρίς ιστορία
στον ρόγχο του αιώνα αντρειεύτηκες
όταν τα αίματα, είχαν πλυθεί

Εποχές τετρακόσιες σε διεκδίκησαν
τις σάρκες τους τρώγοντας
εποχές τετρακόσιες
μάρτυρες θρηνώντας

Οι νικητές σε προστάζουν
με το δάχτυλο τεντωμένο
σε ικετεύουν οι ηττημένοι
να μην τους προσπεράσεις

Λεηλατημένοι δαφνώνες
κι ούτε φύλλο πια για σε
ούτε ξερό κλωνάρι

μια ησυχία μόνο
ήρεμη βουή
κι ένα πικρό ποτήρι
στο ίσως του ορίζοντα
για σε γενιά μου...


Νέα Αθήνα

Πέραν του θαυμαστού σου άλματος
του τυφλού αβέβαιου βήματος πέρα 
κρίκος εσύ από την άλυσο της πληρωμής 
να δραπετεύσεις 
να υψωθείς... μακράν του σπαραγμού 
πάνω απ' τις συμφορές του...

τόσων αιώνων πόθοι ευσεβείς 
δεν έσπασαν το γόρδιο δεσμό 
δεν άνθισε ευχής μαργαριτάρι 
ακόμη πληρώνεις το μερτικό της θυσίας 
και όπως παλιά 
καράβι ναυλώνεις με μαύρα πανιά 
φόρο στον Μίνωα 
βορά στο Μινώταυρο...


(1996)



Νέοι Ρωμαίοι

Οι νέοι Ρωμαίοι
υπήκοοι του Καίσαρος πιστοί
σε θεωρεία δορυφορικής αρένας βολεμένοι
κοιτούν με μάτι κρύο τα φριχτά θεάματα
την εξολόθρευση των παρακατιανών
τις δοξασμένες του Καίσαρος νίκες
στα κορμιά των αμάχων
-κομμάτι ανήσυχοι οι νέοι Ρωμαίοι
για τα σκαμπανεβάσματα των μετοχών-

Μα ο κεραυνός
σαν να μην έκρουσε ποτέ
των αθώων που ερίφθη τα στήθη
παρά σφόδρα πολλαπλασιασμένος
από τα μίλια που διάβηκε αδίκου πληγής
πίσω στη πηγή
τους υπηρέτες του τέρατος και τους αδιάφορους
θα γυρίσει ν΄ απανθρακώσει
στον αιώνα τον άπαντα


1999


Τηλέμαχοι

Αφουγκραστείτε σεις, που χρόνια χαλαρώσατε
έχοντας έγνοια τον Τηλέμαχο
και τη γλυκιά σας Πηνελόπη
αφουγκραστείτε τον Μινώταυρο ξανά στα σταυροδρόμια
-με προσωπίδα απελευθερωτή-
να μουγκανίζει φονικού προσχήματα
το σβέρκο πέρα δώθε εκτινάζοντας
σπώντας κτιρίων ραχοκοκαλιές
συνθλίβοντας ωραίους -σαν στάχυα αγίνωτα- Τηλέμαχους

που κλαυθμηρίζουν ξέψυχα στ΄ απρόσμενα σαγόνια
το ύστατο βλέμμα στάζοντας στο βλέμμα μας
πέτρα βαριά σ΄ άπατη λίμνη
γλειμμένο οστό το ύστατο
των Τηλεμάχων ΄΄χαίρε΄΄
βέλος να ταξιδεύει ερωτηματικό
στο δίχως εμπόδιο κενό
της αποσβόλωσής μας...

…………………

κι οι Ερινύες ραδιενεργή βροχή
«πού ήμασταν, τι κάναμε τόσον καιρό
που μυστικά βρυχιόταν και ξυπνούσε το θεριό»…


1999


Με αφορμή μια εικόνα...

Νύχτα. Ερημιά. Παγωμένος αέρας.
Βροχή. Ένα σκυλί καφετί, κουτσό με μια μεγάλη βούλα από πεσμένες
τρίχες στο πλάι, πασπατεύει με τη μουσούδα του κάτι σκορπισμένα σκουπίδια.
Αποφάγια, άδεια κονσερβοκούτια, ένα αναποδογυρισμένο πα
πούτσι και χαρτιά. Μια κιτρινωπή γάτα, κολοβή μαζεμένη πάνω στη μάντρα
καραδοκεί τη φυγή του.
Το αυτοκίνητο περνά πιτσιλίζοντας τον απέναντι τοίχο.


Άραγε τα σκυλιά
και οι γάτες
που δεν προγραμματίζουν
Παρθενώνες δε χτίζουν
ούτε επισκέπτονται μουσεία

που δε λατρεύουν θεούς
-γιατί ξέρουν καλά
πως καμιά θολή σκιά
για το τομάρι τους δε νοιάζεται-

που δεν αποτυπώνουν σε γρανίτη
και δε θυμούνται την ιστορία
δεν υπογράφουν συμβόλαια έρωτα
δε ζωγραφίζουν «κραυγές»
ούτε «πατατοφάγους»

άραγε τα σκυλιά και οι γάτες
είναι μακρύτερα απ' τη θλίψη
και την ελευθερία;

Εξέτασε κανείς σοβαρά
μήπως αρνούνται τελικά να πλανηθούν
απ' του πολιτισμού τη λήθη
και τη χάρτινη πανοπλία;


1990, Μυτιλήνη


Το τρίτο μάτι

Χρόνια θωπεύοντας το έφηβο του στήθους
τα φύλλα του τρίτου ματιού πάσχισα να χωρίσω
κι ήταν να σχίζω σαν
στα δύο τη σάρκα
-και κραυγή πόνου καμιά
και δάκρυ κανένα-
γιατί στο γήπεδο των ανθρώπων φάνταζα ήδη λοξός
που ο καθείς τη πλαστική του γωνιά είχε
και τα νομίσματά του

Μα πάντα ντρεπόμουν εγώ
γιατί τέτοια στις χούφτες μου ν’ ακούγονται
ποτέ δεν είχα
έγνοια μου μόνη
το μάτι ν’ ανοίξει διάπλατα και να δει
-νύχτες γεμάτες θαύματα
νύχτες γεμάτες μάγια-
το μάτι που τώρα πάλι από ντροπή
μ’ ένα πουκάμισο στις συντροφιές σκεπάζω
να μη φανεί

1995


Ελλάδα

Αμπελόσπλαχνη, οκταδάκτυλη
φωτοριγούσα βρύση
έρημη στο σύνορο των κόσμων
και των δρόμων
αυλάκια χαράζουν οι ρότες
ρυτίδες που ανέλπιστα κλείνουν
και νέα σ΄αφήνουνε πάλι
-πονείς για δεν εμάντεψες
αυτό που τώρα στέκει-

Γέρασα σε άφυλλους κάμπους
να σε γυρεύω
μέχρι το άδυτο να φτάσω νερό
στέρεψα
και δε μπορώ να δω εσένα
τη σεπτή και αγιασμένη
να θέλουν τάχα να σε κανουν δυνατή
μα ατιμασμένη
του κόσμου οι εκλεκτοί τυφλοί

Άσπιλη λαλιά καθημαγμένη
νέοι καιροί και φώναξες
ξανά στα παραπήγματα
έντιμο όχι που το φίμωσαν
οι αργυραμοιβοί...
(Ρέει μια δύναμη καθάρια στα βαθιά
που καρτεράει την ώρα να υψωθεί)

1999


Εκταφή

Πήρα το χώμα της στα χέρια μου
σε μια στιγμή σιγής
και μέσα του σπινθήρισαν
τα που χρόνια ο άσκοπος
γύρευα ν’ αγαπήσω
Τώρα ξεφτυαρίζοντας πηγαίνω
προς ακριβό νεκρό
παντοτινά αναστημένο

Μα είναι η μορφή κρυμμένη
δυσκολοκατάχτητη
πρέπει πολύ να σκάψεις
-καθώς αλλού σε σπρώχνει
σφυρίζοντας η οργή-
να βρεις μέσα στα χώματα τα μάτια
τους αγκώνες
τον αστράγαλο και τα χρυσά πουλιά
που κελαηδούν στα σταυρωμένα χέρια
τσιμπολογώντας διυλισμένο φως
και σπόρους μυστικούς των εσπερίδων

Πρέπει πολύ να σκάψεις
να φτάσεις τα θαμμένα χείλη
που αργοσαλεύουν ψιθυρίζοντας
φθαρμένες συλλαβές
λόγια σκονισμένα…
«μο-λόντες λά-βε-τε
το-φως το α-πό-ρθη-το»

1999


Πρόγονοι

-Χρυσά στο χώμα, δαχτυλίδια θαμμένα
στεφάνια σε δάχτυλα σκελετωμένα
που έγδαραν κάποτε σα σύκο τη πέτρα
αστραφτερές φανερώνοντας πολιτείες
που ακουμπάνε τα νέφη
με τα καλά και τα σκουπίδια τους
αεροπλάνα πετώντας η μία στην άλλη
τσαλακωμένα χάδια-


Μήπως με σφουγγάρι αν έσβηνες, κάτω απ΄ τα πόδια τους τη γη
μήπως δε θάβλεπες... μετέωροι στον ουρανό περπάτησαν
τη μοναξιά χιλιοφυτεύοντας σ΄ εξορισμένη σκόνη
καρπούς συλλέγοντας με ιδρό, που τείνανε να μοιάσουν σε πλανήτες
καλντρίμια μη δεν έστρωσαν στους γαλαξίες χαμένοι
πέτρες σπέρνοντας στο χωματένιο τίποτα
απ’ τη καρδιά προς αλλωνών καρδιές. Μη δεν ασβέστωσαν
κενού κομμάτια,την άβυσσο καμώμενοι πως δεν κοιτούν
Μη δε ζητιάνεψαν τη δύναμη, ικέτες πέφτοντας σε πόδια ομοιωμάτων
μήπως δε τρύγησαν με κόπο μυστικά

Τοίχους πλινθόκτιστους μήπως δεν ύψωσαν
ελπίδα θέρους να στεγάσουν μακρινού
σκότους βουνά μήπως δεν έδρεψαν με δρέπανα
να πάρουν στάλες φως, μήπως αυτό το φως δε χάρισαν
σμιλεύοντας τη πέτρα σε δάχτυλα θεριά, που δείχνουνε το δρόμο...

Μήπως το εύθραυστο του στέρνου τους δεν ύψωσαν
ασπίδα στις τρίαινες του καιρού, μήπως πρόθυμα δεν έπεσαν
να προστατέψουν τα χλωμά, την αμυδρή ελπίδα
μήπως στο κρόταφο δε βύθισαν το στοίχημα μαχαίρι
τον νόμο να πατήσουν τον απάτητο, του φονικού
μήπως καθώς τελείωναν, σε ουρανογωνιάς φτωχό κρεβάτι
δεν αλαφιάστηκαν σα τον αμνό, απ’ το λεπίδι κάτω του θανάτου
μήπως δε πρόσφεραν την ύστατη στιγμή
το δάκρυ τους το πέτρινο, προικιό και προσταγή

Μήπως θεοί δεν έγιναν, τη βάσανο περνώντας του ανθρώπου
θεοί που άφησαν την έγνοια και τον ίσκιο τους
σαν άδεια ρούχα εδώ να τριγυρνούν
μήπως δε τα πετροβολούν, σα ναν αδέσποτα σκυλιά τα ρούχα τους
και τ' όνομά τους δε ποδοπατούν

..................

Μα τώρα πάρτε τους, τους ακριβούς νεκρούς
που τόσα χρόνια σκάβοντας στο δρόμο της πομπής
τους έψαξα και μάτωσα και βρήκα
Ψηλά κρατήστε τους κρατήστε τους ψηλά
και σ' αμμουδιά καθώς τους πρέπει αυγινή τραβάτε
Εκεί αποθέστε τους, τ' αγκυλωμένα μέλη
με λάδι αλείψτε να σαλέψουν, να σηκωθούν
γιατί έχουν γίνει οι πληγές πηγές
και ρέουν θαύματα οι νεκροί μου
άγιες βρύσες οι νεκροί μου
να πλυθούμε...

(1999)


Το άλογο

Αυτός το άλογο δε βίασε
Τον είδαν
να καμαρώνει το σε χέρσο σύνορο
και συμφωνία μυστική να ψιθυρίζουν
να τ' αρματώνει για ένα χερόβολο ζωής
-μερίδιο στο έπος-
με χαλινά, με σπίθες, μ' άροτρα

Μ' αυτό πορεύτηκε
-υπνόθωροι στην ίδια στέγη-
Τον είδαν
να θυμώνει του στην ανημπόρια
τους καπνούς
μα όταν άστραφτε από τρέμουλο
κι από παράπονο η φλέβα
με χάδι ανταμικό να ησυχάζει

Τον είδαν σα που έσβηνε
πέτρα να κάνει τη καρδιά
τα δουλεμένα χαλινά
αργά του άψυχου να λύνει
και φωτοστέφανο στη κεφαλή να του φυσά
κι ευγνωμοσύνη

Στο χώμα της αυλής του να το δίνει
όχι στους γύπες
γιατί μ 'αυτό πορεύτηκε
λιτά μ' αυτό πορεύτηκε σε καταρράκτη φωτερό
ο ακριβός νεκρός
ο μόνος οδηγός μου

(1997)


Ο αθάνατος

i
Μούσα

πέρασε η μέρα κι ο αέρας σφυρίζει
μονάχους θα μας βρει και τούτη η νυχτιά
έλα κοντά, μη με φιλάς
να σου μιλήσω μόνο...

Πάει καιρός που ανταμωθήκαμε
πάνε χρόνια που μ' ακολουθείς
γίνηκα εραστής σου, σου στάθηκα πιστός
και με τη λύρα σου τραγούδησα

Όμως, κάμποσο τώρα καιρό
παραμελήσει σ’ έχω
κι η λύρα επτά εποχές περάσανε
και μένει σκονιστή
δεν είπες τίποτα, δε με μαλώνεις
κάτι θα ξέρεις για τη βαριά
μοίρα του ποιητή

ii
Με πλάνεψες!
ήρθες με δάφνες, με πελεκητές
στεφάνια απόθεσες στα κατσαρά μαλλιά
μούταξες δόξες, ομορφιές
ονόματα χρυσά
με μεταμόρφωσες...

στα πρώτα κιόλας σου φιλιά
ένοιωσ’ αθάνατος ρήγας τραγουδιστής
κι υψώθηκα κι απλώθηκα
πάν' απ' ανθρώπους
κι από αιώνες πέρα

Δεν είχα μάτια να δω τα κοντινά
παρ' αποσύρθηκα με τη ματιά του αθάνατου
στο ανθρώπινο μελίσσι
να δώσω αλήθεια κι ομορφιά

iii
Νύχτες και νύχτες αγρύπνιας περάσαν
πλέκοντας χρυσάφια και διαμαντικά
και μόνο το πρωί
-έχοντας την ηδονή του δημιουργού αισθανθεί-
εξαντλημένοι αφηνόμασταν
σε ύπνο ονειρικό

Δε ξαποστάσαμε, τιτάνιος ο αγώνας!
να δώσεις ψυχή στα άψυχα
με τη ματιά του αθάνατου
να δώσεις αλήθεια κι ομορφιά
τιτάνιος ο αγώνας!
-ήρθαν φορές που μ' ήθελα
στα σκοτεινά λιμάνια δουλευτή
παρά μαζί σου ταραγμένο
κι έρημο ποιητή-

Όμως η λύρα ήταν εκεί
ήμουν χρησμένος ποιητής
θα τραγουδούσα!
Κι αφέθηκα των οραμάτων καβαλικευτής
κι υψώθηκα κι απλώθηκα
πάν' απ' ανθρώπους
κι από αιώνες πέρα

vi
Όμως το μαγικό σου το ραβδί
που μ' έχρησε αθάνατο και ποιητή
όμως το γλυκό σου το πιοτό
που μ’ έκανε αερικά να κυνηγώ
με στείλανε στης λησμονιάς το κήπο
καθημερνά ανέβαινα στους ουρανούς
κουβέντα έπιανα με τους θεούς
κι έφερνα στίχους διάφορους

Φέρνοντας δώρα χρυσαφιά
που οι θεοί μου δώσανε
καθόλου δεν εκοίταζα
τα ρούχα μου που λιώσανε
καθόλου δεν εσκέφτηκα
πως ήμουνα θνητός
γιατί περιφερόμουν 
σαν αθάνατος!

v
Ωσότου ξύπνησα!
κι αντίκρισα τους στίχους μου σε μια γωνιά
κιτρινισμένους
και σκονισμένους πρίγκηπες
αντίκρυσα
πουλώντας όπλα
να πλουτίζουν οι εμπόροι του κόσμου
ηγέτες να χωρίζουν τα πλήθη
παρατηρώντας από θρόνους
την αλληλοσφαγή τους
ανθρώπινα μυαλά του χαμού να πηγαίνουν
εξουσίες που ούτε γνωρίζουν, ούτε αισθάνονται
να κάνουν κουμάντο...

πλήθη τρελά
πλήθη ανεξιχνίαστα
να παίρνουν τους δρόμους κραυγάζοντας
κρατώντας στη σιδερένια χούφτα τους
ευθραυστο αυγό την ιστορία 

Μίσος! θανατερό μίσος αντίκρυσα!

Τη μάννα μου γερασμένη
πολύ γερασμένη
και μένα ωχρό θνητό κι εκτεθειμένο
να κοιτώ τους στίχους μου σε μια γωνιά
τους σκονισμένους
κιτρινισμένους μου πρίγκηπες...

vi
Γι’ αυτό κάμποσο τώρα καιρό
παραμελήσει σ’ έχω
κι η λύρα επτά εποχές περάσανε
και μένει σκονιστή
δεν είπες τίποτα, δε με μαλώνεις
κάτι θα ξέρεις για τη βαριά
μοίρα του ποιητή...

1993


Ο ουρανός δεν είναι τρούλος

-Πάνω απ' τα κεφάλια των ανθρώπων
πετάνε νικημένοι
και περιφρονημένοι
οι ουρανοί-

Κείνοι, που απ' τους ανθρώπους περιμένανε
πολύ περίμεναν, μα δε χαθήκανε
Μα τούτοι που ξεχάστηκαν σκυφτοί προσευχητάδες
το μάτι του θεού να πείσουν πως φοβούνται
και μία θέση
στην αιώνια απόλαυση να έχουν
μέσα στα μαύρα ρούχα τους
τα ιδρωμένα, που βρωμούν
ακόμα σκυμμένοι περιμένουν

Ο θεός κι ο διάβολος δεν έχουν τίποτα!
Ό, τι ζητάω, εδώ είναι
ό, τι ζητάω, οι άνθρωποι τόχουν
ξαναγυρίζω στους ανθρώπους
ξαναγυρίζω στα πράγματα
για άλλη μια φορά σας ξαναγγίζω
Δδώστε μου άνθρωποι
ό, τι οι ουρανοί μου αρνούνται!



Οι πολιτείες το πρωί

Οι πολιτείες το πρωί αθώες μοιάζουν.
Ο ήλιος κατεβαίνει σα πραματευτής
ανοίγει τα μπαγάζια του στις γειτονιές
λαλώντας τη πραμάτεια...

Κυράδες έρχονται με τσάντες πλαστικές για να γεμίσουν
-μες στα κεφάλια τους σφυρίζουνε οι έγνοιες
όπως οι σφήκες γύρω απ’ τη φωλιά-

Φτάνουν με τα τραπέζια τους οι γέροι
ρουφώντας καφέδες αχνιστούς
-γάτος ο θάνατος στα πόδια
που όλο να φύγει τον σκουντούν
μ’ αυτός σα χάδι απαλός και παιχνιδιάρης
στα πόδια που τον διώχνουν επιστρέφει-

Κορνάρουν αυτοκίνητα στους δρόμους να προφτάσουν
πλευρίζουν τραίνα τους σταθμούς να ξεφορτώσουνε
παραγγελιές, φορτία

Για λίγα ψίχουλα φωτός πεσμένα κάτω
-που δε τα καταδέχτηκε κανείς-
ένα μυρμήγκι ασθμαίνοντας, τρέχει να φέρει τ’ άλλα

Χιλιάδες μέλισσες κινούν
Χιλιάδες πεταλούδες
Μπαίνουν τα δέντρα στη σειρά
κάνουν σημειωτόν και περιμένουν...

Τραβούν κουπί λουλουδικά μέσα σε γλάστρες
κι ένα παιδί
τη μπάλα βαστώντας τρυφερά
-σα να κρατάει πλανήτη-
το βήμα ζυγιάζει για άλμα ζηλευτό
σε ουράνιο καλάθι...

Τα λεωφορεία της γραμμής φέρνουν απίθανα πουλιά
που φτερουγίζουν στις χειρολαβές και τα καθίσματα
σαύρες, βατράχια λιάζονται στην οροφή
και ένας αλιγάτορας
τρέχει βαριά στο δρόμο...

Κι ο πράος ο ηλιματευτής με τη τραγιάσκα του στραβά
καπνίζοντας ένα χρυσόσκονης τσιγάρο
τυλίγει σε χάρτινα το φως
και το ζυγίζει...

Χορεύουν σε πλήκτρα δάχτυλα, πηδούν
της μοιρασιάς της ξέφρενης προβάλλοντας
τον ισολογισμό.

Οι πολιτείες το πρωί αθώες
κι αφελείς ομοιάζουν...

(1997)


Η κιβωτός

Ποια κιβωτός;
μακριά από με
η προστυχιά των Νώε
η αθωότης των
και κείνη η κολιγιά με τον Θεό
δε μου αρέσουν

Ποια κιβωτός;
Εδώ, στη πλώρη των Σοδόμων
μαζί με όλους
θα σωθώ ή θα καώ...



Καναρίνια 

Γεννημένοι στου Θεού το δίλημμα
που τις αστραφτερές λεπίδες φοβερίζει να λυγίσει
εκεί που ο πίδακας ολοένα ανεβαίνει
του ενθουσιασμού
σαλεύει η όρεξη του αρχαίου φονικού
κι ο δυνατός το φρύδι υψώνει
γεννημένοι εκεί...

Το παρελθόν
που σα καράβι βούλιαξε
με μύρια κόκαλα στ' αμπάρια
οι σκουριασμένες λόγχες
οι περικεφαλαίες με τις τρύπες
απ' τ' ακόντια του καιρού

κι αυτά που μπρος μας λαμπυρίζουν ζωντανά
τα μπερδεμένα, τα χρωματιστά
τα διαπνέοντα τάξη μυστική
και ανταπόδοσης δικαιοσύνη
όλα περάσαν απ' τη πύλη της παλιάς πληγής
και χύθηκαν φωνάζοντας στο είναι...

Τώρα να ξεχωρίσουμε τα σωθικά μας απ' το κόσμο
ακατόρθωτο...
κι αυτή η βροχή
που απ' το πρωί πέφτει λοξή
σα να χωρίζει απ' του μυαλού τα σύννεφα
και μέσα μας να γίνονται ποτάμια
ποτάμια αφριστά
σε σωθικά καναρινιών
που σε κλουβί πετούν
τεσσάρων εποχών...

Και σάμπως μάθαμε ποτέ τι καρτερούμε
χώμα εμείς, ζωντανό, λαχανιασμένο
χρόνια ακούνητοι
σε δρόμων Λερναίων την αρχή
με την ευθύνη απλωμένη πάνω μας σα λάδι
να κυνηγήσουμε αυτό που αιώνες μας ξεφεύγει
να στοχαστούμε το μέσα μας ακριβοσυναγμένο φως
εμείς τα περιγράμματα
που ανήλεα παλεύουμε
ουσία
το απροσμέτρητο κενό μας
να γεμίσουμε...

(1997)



Οι ατελέσφοροι 

i

Αυτός ο τόπος, δεν είναι τόπος μόνο ζωντανών
οι νεκροί -προπαντός οι ηττημένοι νεκροί-
έχουν στις πέρα απλωσιές κατασκηνώσει
μένουν εδώ, πεισματικά προσηλωμένοι οι δικοί μας ασώματοι
πέφτουν στο χαράκωμα τις νύχτες, ρίχνουνε ντουφεκιές
θαρρώντας πως τα βόλια τους οι στεναγμοί
σα στίφη θα περάσουν τη θολή γραμμή για να χτυπήσουν
ό,τι εδώ τους νίκησε και άρχει ακόμη

-Αυτός ο τόπος έχει έναν βασιλικό καταμεσής του στήθους-

Με αίμα το όνειρο έντυσαν και με φωτιά
σήκωσαν το πόδι ευθαρσώς ψηλά, τ΄ αόρατο να βρουν σκαλί
που στους κήπους των ουρανών θα οδηγούσε
 όμως δε βρήκαν το σκαλί -ούτε ποτέ κανείς-
τα τριχωτά ποδάρια τους, στο χώμα πέσαν πάλι
ζωγραφίζοντας ίχνη τα πέλματα, ανάκατα εδώ κι εκεί

Πέσαν κι αυτοί... γίναν αδέσποτα παράπονα
και μόνο την ύστατη στιγμή, που όλα λάμπουν
την ιστορία είδαν τέρας φριχτό πάνω τους νάρχεται
με τόνους κίτρινης σκόνης βουερής, έτοιμης να σκεπάσει
τις μάταιες των ονείρων εγκαθιδρύσεις, έτοιμης να σκεπάσει
των αθώων τα φάσματα

-Μα πότε σηκώθηκε ένα άτρωτο όνειρο
ποιος τόχτισε στου κάστρου τα ντουβάρια να ριζώσει
χωρίς να το σκοτώσει-

Δοσμένη στο βάρος η κίτρινη σκόνη
κάθεται πάνω στα μισά, κάθεται πάνω στα παράπονα
βυθίζει στην άμμο αφανισμένους καιρούς, κούφια οστράκια...

Κι εγώ της αβύσσου ποιητής
μ΄ όλα τα χέρια μου ψηλά, πλοκάμια στο χάος τεντωμένα
ικετεύω την έλευση της φοβερής κραυγής, του λυτρωμού
που τα χαμένα πάλι κάτω απ΄ την άμμο θα σαλέψουν...

Αφού συνεχώς σκληραίνουμε, θα γίνουμε αγάλματα!


 ii

Νάταν η φλόγα της μνήμης που σύνεση γεννάει
νάσβηνε μια στιγμή κι απ’ τις ραγισματιές
να μη περνούσαν οι αρχαίοι στεναγμοί
μόνο η κάθε στιγμή να στάζει από τα μάτια
να σπάει το τσόφλι του μέσα μας αυγού
και ν΄ ανασταίνεται μικρό πουλί
που ακούγεται να περπατά πάνω στα σπλάχνα μας
καρδιοχτυπώντας αϊτός να γίνει…

-Σ΄ αυτό το τόπο γλάστρες βασιλικών και κυπαρίσσια λόγχες-

Μια κι η γαλήνη δε βολεύεται ποτέ πάνω σε αίμα που κοχλάζει
πάντα εδώ θα φτάνουνε αντιλαλιές των στεναγμών
για νάναι πιο υποφερτές οι τρικυμίες
κι αφού συνεχώς σκληραίνουμε, αγάλματα
αγάλματα θα γίνουμε με άσπρα μάτια
αγάλματα μ΄ έναν αϊτό στα σπλάχνα
αγάλματα...

που δε φαντάζονται πια κείνους τους κόσμους
μ΄ αγγελικούς ανθρώπους να πετούν γυμνοί, μακάριοι χορευτές
ούτε βιολιά πλανώμενα να παίζουν μόνα τους εξαίσιες μουσικές
μόνο αδέξιους φαντάζονται χωριάτες
να πολεμάνε μάταια να μάθουνε χορούς
φαντάζονται τεχνίτες κουρασμένους και κυρτούς
μες στα μεσάνυχτα να φτιάνουνε βιολιά
και μουσουργούς με πυρετό
να στήνουν αυτί στον άνεμο
κλέβοντας νότες φάλτσες...






Νέα Αδεσπιόρα

Κοίτα πώς πάνε να σου εξαλείψουνε το πόνο
κοίτα πώς πάνε να σου εξαλείψουνε το βάρος
με φίλτρα μαγικά
με φίλτρα μαγικά της νέας Αδεσσπιόρας
κοίτα πώς πάνε να σε κάνουνε ισχνό πολίτη
της νέας Αδεσσπιόρας
Σε ξεφορτώθηκαν
σ’ εξόρισαν στα ηλεκτρονικά πολύχρωμα καβούκια σου
κοίτα πόσο μαεστρικά σ’ αποκοιμίζουν

Κοίτα πώς κατάντησες στη νέα Αδεσσπιόρα
να έχεις γνώμη μα να μην έχεις δύναμη
κάτι ν’ αλλάξεις

Τα σμήνη έρχονται οι ακρίδες
στο μάτι το τεράστιο του στήθους σου να σωριαστούν
να το σκεπάσουν
το μάτι που όλα τάβλεπε
και τάκρινε όλα
πούδινε κραυγή στα μέρη της καρδιάς
και σήκωνε το χέρι
Κοίτα πώς σε μάντρωσαν σε κήπους πλαστικούς
γεμίσαν τα ψυγεία σου για εκατό χρονώ τροφή
να μη φοβάσαι

Κοίτα πέρα από τη γη της νέας Αδεσσπιόρας
τις μύγες απάνω στα παιδιά
που κοιμηθήκανε για πάντα
σ’ απελπισμένες των μητέρων αγκαλιές
που ξέπνοες ορκίστηκαν εκδίκηση
στων ποιητών τους ύπνους
και φτύσανε τον ήλιο

Πιο λίγα είχαν οι γιαγιάδες σου και όμως
μοιράζαν καρβέλι αχνιστό
στης γειτονιάς τους πεινασμένους
γι’ αυτό τα κόκαλά τους πήρανε
και φύγανε μια νύχτα
πομπή οργής απ’ την Αδεσσπιόρα
στο ξάστερο ουρανό
μ’ ένα τρελό από κατάρες βουητό

δεν έχει προγόνων κόκαλα πια η Αδεσσπιόρα
κι είναι κακό αυτό
πολύ κακό…


1997





Ο βράχος

Ο βράχος
βαρύς κι ακίνητος απάνω στα χαλάσματα
τεράστιος, ασήκωτος, βουβός
ό ίδιος βράχος
στην απειλητική σκιά του
ξέγνοιαστα παίζουν τα καινούρια παιδιά
ανυποψίαστα για την αιχμή του πεπρωμένου τους

τα καινούρια παιδιά
βαφτισμένα στον ενθουσιασμό και τη λήθη
δε γνωρίζουν τα παλαιά του βράχου ταξίδια
τις ιδιοτροπίες και τη ματαιότητα της ελευθερίας

κανείς δε τολμά να μιλήσει στα καινούρια παιδιά
οι μεγάλοι κρύβουν βαθιά την αλήθεια
οι μεγάλοι προχωρούν με πρόσωπα σκυθρωπά
ασχολούνται πια με πράματα ταπεινά
αποφεύγοντας να κοιτάξουν ή να δείξουν τον βράχο
που βουβός κι ακίνητος περιμένει
περιμένει ο βράχος, τα καινούρια παιδιά



(2004)


Κριτική στο... Άξιον εστί


-Φοβάμαι τους ύμνους πια
κι ας έχω μέσα μου βαθιά
ποτάμια αναίμακτα τραγούδια-


Πώς να ρεμβάσω φανταστικές εποχές
πώς ν’ αποστρέψω απ’ τον κόσμο τα μάτια
τις νύχτες,
λυπημένα τη πόρτα χτυπάν οι αλήθειες
κι αγκάθια σε στίχους ανθίζουν τις νύχτες
δε τραγουδώ...


-Κάποτε, όταν οι βελουδένιοι 
αποκαρδίωναν με τεχνάσματα τους γενναίους
οι ζωντανές μεραρχίες του ήλιου
ανέμεναν πεισματικά παραταγμένες
ν’ αποδώσουν τιμές
με χρωμάτων χειροκροτήματα
με ασπασμούς πανδαισίας
τις πύλες ν’ ανοίξουν σε κάθε γενναίο

Μα τώρα να πάνε πού...
μιάσματα στις μεραρχίες και αταξία
σε συμπληγάδες μαρτυρούν οι γενναίοι
χρόνια λαθεύοντας
η κραυγή των σοφών πως είναι σιγή
γι’ αυτό γεράσαν και δε μίλησαν ακόμη-

Δε τραγουδώ
όταν πα να τραγουδήσω
στο στόμα μου μπερδεύεται
ένας ψόφιος αχινός
και πώς αλλιώς
που αντικρίζω ο άτυχος
σαρκοφάγα μοσχάρια
στο σώμα του καλοκαιριού
έναν κακό Μπωντλαίρ
ύπουλη η τρελή ροδιά
στο καρποφόρο γέλιο της
αόρατο σέρνεται
ένα σκουλήκι που μας ορέγεται
ποιος ξέρει τι κώνεια κουβαλά ο Μαΐστρος
και ο Λεβάντες

-Δεν ήταν ύμνος αυτός
ήτανε θρήνος
επιτάφιο σάλπισμα
ομορφιάς προγραμμένης


(1996)



Ενδοχώρα

i
Πίσω απ' το τζάμι των φθαρτών
που σβήνουν οι φιγούρες σα γερασμένα κάστρα
τα πάντα έχεις

Πατρίδα άυλη, ευσπλαχνική
με ιριδιστά που ρέουνε ποτάμια
χρυσοροής νερού γκρεμίσματα
πολύχρωμες ανάσες
σα βρύα κολλημένες στην αθανασία

Αδιάφθορη μάννα αιωνική
που σε προσμένει
-πίσω από κάθε θάνατο-
με μπουμπουκόφυλλα στοργής να σε τυλίξει
σα παιδί που ώρες έπαιξε
και σπίτι γύρισε λαχανιασμένο

Κοντολογίς
η λόγχη του θανάτου και του χρόνου
αδυνατεί να πλήξει το καίριο σου σημείο
δε φτάνει η λόγχη του θανάτου και του χρόνου
μέχρι το άντρο της πηγής σου



ii
Είναι ο μπρούτζινος μέσα σου άρχοντας που σε βαστά
όπως το βάρος όρθια τη βροχή
σκαλίζοντας τα κάρβουνα βαθιά στα σωθικά σου
σαν ένας γίγαντας παππούς
σαν ένας άφθαρτος
ανασκαλεύει και βαστάει σε
όπως ο ήλιος όρθια των δέντρων τα κορμιά

Είναι η γιατρειά του βάρους που ολοένα θριαμβεύει
και σκάνε σα μπουμπούκια
νιούτσικα στους ώμους τα φτερά

-Χωρίς σταματημό
χωρίς σταματημό οι ρότες της ανάτασης-

Βυθίσου στο καιρό
την εποχή σου ντύσου
να σε κεντάνε μέρες βελονιές
με αχτιδοκλωστές πονοκλωστές

στο τέλος
με τα φτερά του βάρους σου θ' αναληφθείς
πολύτιμος
πιο ζωντανός θ' αποδοθείς στη γόρδια ενδοχώρα
για το μαρτύριο της σήψης σου
διπλά ν' ανταμειφθείς



1997


Ακριβογιός

Αγέννητος ο ακριβογιός σου
απέραντος στο θόλο τ' ουρανού σα Παντοκράτορας
φορά μια σκουριασμένη Δύση
κι είναι ο αγέννητος ακριβογιός σου
συννεφιά
βαριά, πηχτή, γεμάτη αγωνία
καθώς από ψηλά
σαν ιδρωμένη ζωγραφιά
να επέμβει επιθυμεί

μα δε μπορεί
μόνο σε βλέπει
δρόμους ν' ανοίγεις στα τυφλά
ενώ στο μέτωπό σου φέγγουνε
τα λαμπερά
του Ήφαιστου επιτεύγματα

κι από τη χούφτα του ίσκιου του
σαν αστραπή αφήνει προσευχή
μπόρα να γίνεις καυτερή
να παρασύρεις τις σκουριές και τα μολέματα
να καθαρέψει η γη

για να κατέβει
-όταν σημάνει η ώρα-
ήλιος χρυσός ο ακριβογιός
για δε του πρέπουνε ρημάδια

(1998)



Στιγμές εστεμμένες

Σβήνει η μέρα
κορωνίτσες φορώντας
τα τελευταία πουλιά
μαζεύουν το δρόμο

Ολόγιομο
φορώντας πορφυρό διάδημα
το φεγγάρι

-Γιατί ό, τι μας ανταμείβει
είναι κάτι μικρές
αθάνατες στιγμές

καταπώς ζωγραφίστηκαν
μονάχα εμείς γνωρίζουμε
και μόνο εμείς
φοράμε στα ταπεινά που μας δόθηκαν
χρυσά σιρίτια-

Φαντάσου λοιπόν να εξαϋλώνεσαι
από την τσέπη σου κλέβοντας
στιγμές εστεμμένες

(1997)


Εξομολόγηση σε πέντε ανάσες

i
Δεν έχω να πω, παρά ό,τι φωτίσει ο νους καμιά φορά
έτσι αναπάντεχα
όπως παίζει η αστραπή μέσα στη νύχτα
-ανάμεσα στα λόγια μου
φυλλομετρώ ανημπόρια να μιλήσω
με πονούν ο κρυμμένες αλήθειες
οι αγέννητες-

Καίμε τη ψυχή μας, αλήθεια στο λέω
είναι τα κεκτημένα κι είναι τα οράματα
το θείο και το υποχθόνιο, η γη κι ο αέρας
φοβερές συμπληγάδες που μας συνθλίβουν

...................

Κάποτε ονειρευόμουν
αυτή τη γεύση της αθανασίας
μια ζωή απόλυτη ονειρευόμουν
που θα λείπει ο πόνος, η εξόντωση
η φθορά θα λείπουν
αυτός ο απαίσιος φόβος ακόμη...

Όμως διασχίζουμε ένα όνειρο που πονά
τα στήθη μας σκλήρυναν απ’ της οδύνης τα βέλη
κει πούμασταν γυμνοί αρματωθήκαμε
κι είπαμε... «δεν είναι φυλακή μα λευτεριά
οι τέσσερις που μας κλειούν εποχές
δεν είναι αλυσίδα, μα δρόμος ο χρόνος»


ii
Τα χρόνια που θυμώσαν μαζί μου οι καιροί
αλλού περιπλανήθηκα
τη γη περιφρονώντας

Σε στίγματα ερωτηματικών
έπαιρνα τον πενιχρό μου ύπνο
και στου γαλαξία τις κρύπτες
φώναζα τον εαυτό μου αδάμαστο
φώναζα τον εαυτό μου ιερό
να το πιστέψω...

Με τα στοιχειά, με τα σκοτάδια
με τους δαιμόνους πάλεψα
τα μονοπάτια που πέρασα ξερολιθιές
ομίχλη
φόρεσα μυριάδες εποχές
ώρες απόκοσμες
και λύγισα

Λόγια ψιθύριζα οργής
πικρά και ασυνάρτητα
που βγαίναν από στόμα ξενικό
γραμμένα σε που σήπονταν χαρτιά
δώρα αμφίβολα για πλήθη
δώρα που τα σάρωσε ο καιρός
στίχοι γι' αθλίους
που κανείς δεν είδε

...................

Μα δε μπορούσα πια με πόνους υπερφυσικούς
Τ’ απάτητα που χρόνια περιδιάβαινα
γυρεύοντας αθρόους θησαυρούς
δεν είχαν τίποτα
εγώ ο άσωτος τα στόλισα
μ’ αισθήματα λυπητερά, με χρώματα
και πακτωλούς ελπίδων
εγώ τα στόλισα με σκέψεις πεταλούδες
που φωσφορίζοντας πετάξαν
στα αχανή κενά και τα φωτίσαν
χωρίς να βρούνε σύνορα
κι ανθό να ξαποστάσουν

……………

Ώσπου κάποτε ξημέρωσα, σε κόκκινο χωράφι
με παπαρούνες με δροσοσταλίδες
χωράφι που σήκωνε ψηλά
Λερναία χαρά

Είχα κατέβει από τις ζάρες
του παντελονιού της μοναξιάς.
επέστρεφα με δύναμη πρωτόφαντη
και το σημάδι της σιωπής απά στα χείλη
αποκηρύσσοντας τους στίχους μου των στεναγμών

Εκεί ξαναγεννήθηκα
εκεί ξαναβαφτίστηκα ο χωμάτινος
με το φτερό στο χέρι
εκεί ευρήκα τη παλιά λαλιά...

Στο ορατό οι χίλιες μάνες μου, κραύγασα
Στο ορατό το απληροφόρητο!


iii
Δυο αετοί φτερούγισαν στους ώμους μου
κάθισαν, κοιτώντας ανέκφραστοι τα πάθη
και των νικών το φοβερό το τίμημα

Τώρα εμφανίζομαι
την αντηλιά φορώντας
της γης και τ’ ουρανού
τώρα έχει το λόγο μια αγωνία
αφοσιωμένη σε μένα

Εγώ ο ευγενικός απόκοσμος
αφήνω τις πεταλούδες μου στο παρελθόν
γύρη να πιουν
αφήνω τις πεταλούδες μου
στους ύπερους του μέλλοντος

.......................

Για μας
που το κατώφλι διαβήκαμε της φθοράς
περιττός ο ενθουσιασμός των αγριμιών
κι αναγκαίος...

Για το πείσμα μας λέω
που ως νέοι υψώσαμε ενάντια στον αφανισμό
και τη κραυγή μας που χάθηκε
στα βάθη μια σπηλιάς που όλα τα κρύβει

Εδώ, σ’ αυτό τον κόσμο...
το αίμα μπερδεύεται με την ελπίδα
οι τυφλοί νομίζουν πως βλέπουν
και κείνοι που βλέπουν σιωπούν...


iv
Αυτοί που τώρα τραγουδώ
αρμέγουν στέρφες μέρες
λησμόνησαν τι ήθελαν
και περπατούν ανύποπτοι στις συμπληγάδες
Αυτοί που τώρα τραγουδώ
τον εαυτό τους έχασαν
σαν άμμο μέσα από τα δάχτυλα
έχουν ενδώσει...

Αυτοί που τώρα τραγουδώ
τους χαμερπείς συνήθισαν
συνήθισαν, αλλιώς να αισθάνονται
κι αλλιώς να πράττουν 
τα γκέμια στα σαγόνια τους των βορινών
συνήθισαν
αλλού στοχεύουνε οι δόλιοι στην αρχή
κι αλλού τα βέλη φτάνουν...

Μα τέτοιους καιρούς
ποιος νοιάζεται γι’ αυτούς που τραγουδώ
αφού αυτοί οι πρώτοι άπιστοι
αυτοί οι πρώτοι δήμιοι
χίλιες φορές δοξάζουν
και χίλιες αποκαθηλώνουν
όσους την αλήθεια σπείραν
την αλήθεια της πέτρας τη μόνη
την λιτή, την ιερή που πληγώνει
Αυτοί που χρόνια τραγουδώ
σκοποβολούν αθέμιτους
προσωπικούς σκοπούς...

Οι δωρητές των κεραυνών
του πόνου οι αχθοφόροι
οι χαρακοΐδρωτοι και απρόσωποι
οι αναβλύζοντες αόρατη κραυγή
κι απ’ τις πληγές ρετσίνι...

Αυτοί που χρόνια τραγουδώ
ανάξιοι
ανάξιοι ν΄ ακούσουν...


v
Όμως εμείς,
ευωδιά από χώμα κι από θαύμα
σε τούτες τις κοιλάδες προχωράμε
μ’ όλες τις ρίζες πλανταγμένες για νερό

  Τα σήμαντρα που πλάσαν οι πατέρες
με χέρια π' ακραγγίζαν τη λάβα της γης
μας καλούν
να κρατήσουμε ψηλά τη ζωή μας
ψηλά τη καρδιά μας, ψηλά
γιατί ο φόβος
είναι μικρότερος απ’ τον θάνατο
και καταρράκτης ο πόθος, λευτερωτής...





Μινώταυρος

Ο Θησέας στον σκοτεινό λαβύρινθο
βρήκε τον Μινώταυρο μα δε τον σκότωσε
αντίθετα, ο γιος του Αιγαία έπεσε απ΄ το τέρας
που ακολουθώντας το κουβάρι
έξω στο κόσμο βγήκε με του Θησέα τη μορφή...

Από τότε, στον άδειο θρόνο κάθεται ο Μινώταυρος 
κι όψεις αλλάζοντας, τη δόλια Αθήνα κυβερνά...
Τη μέρα -φορώντας το στέμμα και τα μπιχλιμπίδια του-
για έργα, νόμους, για πρόοδο μιλά
και το καλό των πολιτών...
Μα σαν η νύχτα πέσει, τον πνίγει η μάσκα
παλιές συνήθειες τον τραβούν...
Την πρωινή αμφίεση με ανακούφιση πετά
(ως δικαιούχος νόμιμος
τις μίζες του ηδονικά μετρά)
κι αίμα μυρίζει πάλι νέων
που ανύποπτοι κοιμούνται στα στενά...

(1997)





Ο νέος Θησέας

-κι αυτοί μες στη βουή της πόλης σκεφτικοί
έναν Θησέα άλλον περιμένουν, νικητή-



Που τοίχους ύψωσες στην οσμή των ανθρώπων
οι ώρες αρχηγάτορα των νέων ερειπίων σε καλούν
πορθημένον απ' την οσμή των ανθρώπων...
Εσέ οι ορφανεμένες μέλισσες θ' ακολουθήσουν
όταν από το κάστρο σου ωχρός φανείς
και σαν φλουριά οι αλήθειες
απ' τις φθαρμένες τσέπες σου θα ξεχυθούν
οι στερημένοι με τις χούφτες να μαζέψουν

Νύχτα βροχής να βγεις, νύχτα θυέλλης
με την αρματωσιά μαύρου παλτού ανεμιστού
φτερό αρχάγγελου...
Ίσκιους στις πλατείες θα φυσά
θα ζωντανεύουν στα βάθρα οι ανδριάντες
και ταπεινά θα γέρνουν
φλόγες στις δημοσιές και φλόγες στα πλακόστρωτα
πίσω απ' τις γρίλιες δάκρυ
καθώς εσύ ωχρός εκδικητής
τα μαρμαρένια σκαλοπάτια του επτασφράγιστου οίκου
με του πέλματος τη δόξα και τη φτασμένη ώρα
ένα ένα στο ζυμάρι θα βυθίζεις...
εμπρός σου να σταθεί
το βαρύ της ιστορίας επίθυρο και να βροντήσει
ώστε οι μέλισσες βουίζοντας αντί για σε
από λαθρεπιβάτες και αυθαιρέτους
πίσω ν' απαιτήσουν τον απαχθέντα θρόνο...

Για άλλη μια η Εδέμ να αποφασιστεί
με ενθουσιασμό και άνθος να ξαναχτιστεί
κι οι αφανείς πάλι τον πανάρχαιο βράχο
προς την κορφή ν' αρχίσουν βογκώντας να κυλούν
για άλλη μια, με ενθουσιασμό και άνθος...

(1996)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Πρώτη κριτική Μάνου Τασάκου για μέρος των ποιημάτων του Γιώργου Πύργαρη

  (Το ιστορικό της κριτικής του κ. Τασάκου... Είχα ζητήσει στις 26 Ιανουαρίου 2020 σε προσωπικό μήνυμα στο fb, στον κ. Τασάκο να ρίξει μια μ...