Οι ατελέσφοροι
i
Αυτός ο τόπος, δεν είναι τόπος μόνο ζωντανών
οι νεκροί -προπαντός οι ηττημένοι νεκροί-
έχουν στις πέρα απλωσιές κατασκηνώσει
μένουν εδώ, πεισματικά προσηλωμένοι οι δικοί μας ασώματοι
πέφτουν στο χαράκωμα τις νύχτες, ρίχνουνε ντουφεκιές
θαρρώντας πως τα βόλια τους οι στεναγμοί
σα στίφη θα περάσουν τη θολή γραμμή για να χτυπήσουν
ό,τι εδώ τους νίκησε και άρχει ακόμη
-Αυτός ο τόπος έχει έναν βασιλικό καταμεσής του στήθους-
Με αίμα το όνειρο έντυσαν και με φωτιά
σήκωσαν το πόδι ευθαρσώς ψηλά, τ΄ αόρατο να βρουν σκαλί
που στους κήπους των ουρανών θα οδηγούσε
όμως δε βρήκαν το σκαλί -ούτε ποτέ κανείς-
τα τριχωτά ποδάρια τους, στο χώμα πέσαν πάλι
ζωγραφίζοντας ίχνη τα πέλματα, ανάκατα εδώ κι εκεί
Πέσαν κι αυτοί... γίναν αδέσποτα παράπονα
και μόνο την ύστατη στιγμή, που όλα λάμπουν
την ιστορία είδαν τέρας φριχτό πάνω τους νάρχεται
με τόνους κίτρινης σκόνης βουερής, έτοιμης να σκεπάσει
τις μάταιες των ονείρων εγκαθιδρύσεις, έτοιμης να σκεπάσει
των αθώων τα φάσματα
-Μα πότε σηκώθηκε ένα άτρωτο όνειρο
ποιος τόχτισε στου κάστρου τα ντουβάρια να ριζώσει
χωρίς να το σκοτώσει-
Δοσμένη στο βάρος η κίτρινη σκόνη
κάθεται πάνω στα μισά, κάθεται πάνω στα παράπονα
βυθίζει στην άμμο αφανισμένους καιρούς, κούφια οστράκια...
Κι εγώ της αβύσσου ποιητής
μ΄ όλα τα χέρια μου ψηλά, πλοκάμια στο χάος τεντωμένα
ικετεύω την έλευση της φοβερής κραυγής, του λυτρωμού
που τα χαμένα πάλι κάτω απ΄ την άμμο θα σαλέψουν...
Αφού συνεχώς σκληραίνουμε, θα γίνουμε αγάλματα!
ii
Νάταν η φλόγα της μνήμης που σύνεση γεννάει
νάσβηνε μια στιγμή κι απ’ τις ραγισματιές
να μη περνούσαν οι αρχαίοι στεναγμοί
μόνο η κάθε στιγμή να στάζει από τα μάτια
να σπάει το τσόφλι του μέσα μας αυγού
και ν΄ ανασταίνεται μικρό πουλί
που ακούγεται να περπατά πάνω στα σπλάχνα μας
καρδιοχτυπώντας αϊτός να γίνει…
-Σ΄ αυτό το τόπο γλάστρες βασιλικών και κυπαρίσσια λόγχες-
Μια κι η γαλήνη δε βολεύεται ποτέ πάνω σε αίμα που κοχλάζει
πάντα εδώ θα φτάνουνε αντιλαλιές των στεναγμών
για νάναι πιο υποφερτές οι τρικυμίες
κι αφού συνεχώς σκληραίνουμε, αγάλματα
αγάλματα θα γίνουμε με άσπρα μάτια
αγάλματα μ΄ έναν αϊτό στα σπλάχνα
αγάλματα...
που δε φαντάζονται πια κείνους τους κόσμους
μ΄ αγγελικούς ανθρώπους να πετούν γυμνοί, μακάριοι χορευτές
ούτε βιολιά πλανώμενα να παίζουν μόνα τους εξαίσιες μουσικές
μόνο αδέξιους φαντάζονται χωριάτες
να πολεμάνε μάταια να μάθουνε χορούς
φαντάζονται τεχνίτες κουρασμένους και κυρτούς
μες στα μεσάνυχτα να φτιάνουνε βιολιά
και μουσουργούς με πυρετό
να στήνουν αυτί στον άνεμο
κλέβοντας νότες φάλτσες...
Αυτός ο τόπος, δεν είναι τόπος μόνο ζωντανών
οι νεκροί -προπαντός οι ηττημένοι νεκροί-
έχουν στις πέρα απλωσιές κατασκηνώσει
μένουν εδώ, πεισματικά προσηλωμένοι οι δικοί μας ασώματοι
πέφτουν στο χαράκωμα τις νύχτες, ρίχνουνε ντουφεκιές
θαρρώντας πως τα βόλια τους οι στεναγμοί
σα στίφη θα περάσουν τη θολή γραμμή για να χτυπήσουν
ό,τι εδώ τους νίκησε και άρχει ακόμη
-Αυτός ο τόπος έχει έναν βασιλικό καταμεσής του στήθους-
Με αίμα το όνειρο έντυσαν και με φωτιά
σήκωσαν το πόδι ευθαρσώς ψηλά, τ΄ αόρατο να βρουν σκαλί
που στους κήπους των ουρανών θα οδηγούσε
όμως δε βρήκαν το σκαλί -ούτε ποτέ κανείς-
τα τριχωτά ποδάρια τους, στο χώμα πέσαν πάλι
ζωγραφίζοντας ίχνη τα πέλματα, ανάκατα εδώ κι εκεί
Πέσαν κι αυτοί... γίναν αδέσποτα παράπονα
και μόνο την ύστατη στιγμή, που όλα λάμπουν
την ιστορία είδαν τέρας φριχτό πάνω τους νάρχεται
με τόνους κίτρινης σκόνης βουερής, έτοιμης να σκεπάσει
τις μάταιες των ονείρων εγκαθιδρύσεις, έτοιμης να σκεπάσει
των αθώων τα φάσματα
-Μα πότε σηκώθηκε ένα άτρωτο όνειρο
ποιος τόχτισε στου κάστρου τα ντουβάρια να ριζώσει
χωρίς να το σκοτώσει-
Δοσμένη στο βάρος η κίτρινη σκόνη
κάθεται πάνω στα μισά, κάθεται πάνω στα παράπονα
βυθίζει στην άμμο αφανισμένους καιρούς, κούφια οστράκια...
Κι εγώ της αβύσσου ποιητής
μ΄ όλα τα χέρια μου ψηλά, πλοκάμια στο χάος τεντωμένα
ικετεύω την έλευση της φοβερής κραυγής, του λυτρωμού
που τα χαμένα πάλι κάτω απ΄ την άμμο θα σαλέψουν...
Αφού συνεχώς σκληραίνουμε, θα γίνουμε αγάλματα!
ii
Νάταν η φλόγα της μνήμης που σύνεση γεννάει
νάσβηνε μια στιγμή κι απ’ τις ραγισματιές
να μη περνούσαν οι αρχαίοι στεναγμοί
μόνο η κάθε στιγμή να στάζει από τα μάτια
να σπάει το τσόφλι του μέσα μας αυγού
και ν΄ ανασταίνεται μικρό πουλί
που ακούγεται να περπατά πάνω στα σπλάχνα μας
καρδιοχτυπώντας αϊτός να γίνει…
-Σ΄ αυτό το τόπο γλάστρες βασιλικών και κυπαρίσσια λόγχες-
Μια κι η γαλήνη δε βολεύεται ποτέ πάνω σε αίμα που κοχλάζει
πάντα εδώ θα φτάνουνε αντιλαλιές των στεναγμών
για νάναι πιο υποφερτές οι τρικυμίες
κι αφού συνεχώς σκληραίνουμε, αγάλματα
αγάλματα θα γίνουμε με άσπρα μάτια
αγάλματα μ΄ έναν αϊτό στα σπλάχνα
αγάλματα...
που δε φαντάζονται πια κείνους τους κόσμους
μ΄ αγγελικούς ανθρώπους να πετούν γυμνοί, μακάριοι χορευτές
ούτε βιολιά πλανώμενα να παίζουν μόνα τους εξαίσιες μουσικές
μόνο αδέξιους φαντάζονται χωριάτες
να πολεμάνε μάταια να μάθουνε χορούς
φαντάζονται τεχνίτες κουρασμένους και κυρτούς
μες στα μεσάνυχτα να φτιάνουνε βιολιά
και μουσουργούς με πυρετό
να στήνουν αυτί στον άνεμο
κλέβοντας νότες φάλτσες...
Ο βράχος
Ο βράχος
βαρύς κι ακίνητος απάνω στα χαλάσματα
τεράστιος, ασήκωτος, βουβός
ό ίδιος βράχος
στην απειλητική σκιά του
ξέγνοιαστα παίζουν τα καινούρια παιδιά
ανυποψίαστα για την αιχμή του πεπρωμένου τους
τα καινούρια παιδιά
βαφτισμένα στον ενθουσιασμό και τη λήθη
δε γνωρίζουν τα παλαιά του βράχου ταξίδια
τις ιδιοτροπίες και τη ματαιότητα της ελευθερίας
κανείς δε τολμά να μιλήσει στα καινούρια παιδιά
οι μεγάλοι κρύβουν βαθιά την αλήθεια
οι μεγάλοι προχωρούν με πρόσωπα σκυθρωπά
ασχολούνται πια με πράματα ταπεινά
αποφεύγοντας να κοιτάξουν ή να δείξουν τον βράχο
που βουβός κι ακίνητος περιμένει
περιμένει ο βράχος, τα καινούρια παιδιά
(2004)
βαρύς κι ακίνητος απάνω στα χαλάσματα
τεράστιος, ασήκωτος, βουβός
ό ίδιος βράχος
στην απειλητική σκιά του
ξέγνοιαστα παίζουν τα καινούρια παιδιά
ανυποψίαστα για την αιχμή του πεπρωμένου τους
τα καινούρια παιδιά
βαφτισμένα στον ενθουσιασμό και τη λήθη
δε γνωρίζουν τα παλαιά του βράχου ταξίδια
τις ιδιοτροπίες και τη ματαιότητα της ελευθερίας
κανείς δε τολμά να μιλήσει στα καινούρια παιδιά
οι μεγάλοι κρύβουν βαθιά την αλήθεια
οι μεγάλοι προχωρούν με πρόσωπα σκυθρωπά
ασχολούνται πια με πράματα ταπεινά
αποφεύγοντας να κοιτάξουν ή να δείξουν τον βράχο
που βουβός κι ακίνητος περιμένει
περιμένει ο βράχος, τα καινούρια παιδιά
(2004)
Γενιά μου
Σιωπηλή, ταπεινή γενιά, χωρίς ιστορία
στον ρόγχο του αιώνα αντρειεύτηκες
όταν τα αίματα, είχαν πλυθεί...
Εποχές τετρακόσιες σε διεκδίκησαν
τις σάρκες τους τρώγοντας
εποχές τετρακόσιες
μάρτυρες θρηνώντας.
Οι νικητές σε προστάζουν
με το δάχτυλο τεντωμένο
(σε ικετεύουν οι ηττημένοι
να μην τους προσπεράσεις)
Λεηλατημένοι δαφνώνες
κι ούτε φύλλο πια για σε
ούτε ξερό κλωνάρι...
Μια ησυχία μόνο
ήρεμη βουή
κι ένα πικρό ποτήρι
στο ίσως του ορίζοντα
για σε γενιά μου...
στον ρόγχο του αιώνα αντρειεύτηκες
όταν τα αίματα, είχαν πλυθεί...
Εποχές τετρακόσιες σε διεκδίκησαν
τις σάρκες τους τρώγοντας
εποχές τετρακόσιες
μάρτυρες θρηνώντας.
Οι νικητές σε προστάζουν
με το δάχτυλο τεντωμένο
(σε ικετεύουν οι ηττημένοι
να μην τους προσπεράσεις)
Λεηλατημένοι δαφνώνες
κι ούτε φύλλο πια για σε
ούτε ξερό κλωνάρι...
Μια ησυχία μόνο
ήρεμη βουή
κι ένα πικρό ποτήρι
στο ίσως του ορίζοντα
για σε γενιά μου...
1995
27. Ανοιχτά της Αυλίδας
Καθώς για την κατάκτηση κινάς, μιας άλλης Τροίας
στη μέθη ωραίου πρωινού κι ενός αέρα λυτρωτή
που μ' αλαφράδα μαγική, σπρώχνει αγόγγυστα τα πλοία
αμήχανος ανάμεσα στ' αστραφτερά σου όπλα
δοσμένος σε μιαν αμφιβολία όλο χρυσόφως
όπου φυλάς, νωπές ακόμη συγκινήσεις...
(μιας καστανής την αγκαλιά και τα φιλιά τ' αστέγνωτα
κρυμμένα στο λαιμό και τη μασχάλη, της ανθισμένης
λεμονιάς αγαπημένο θρόισμα σιμά στο παραθύρι
την ταραχή της μάνας, με το ξερό στα χέρια της ζυμάρι
και του πατέρα τη σιωπή, που όλα τα λόγια έπνιξε
του χωρισμού, μέσα σε βλέμμα άτρεμο κι αντρίκιο)
Ταξίδι ολόφρεσκο, καθώς κοιτάς τα πρόσωπα συντρόφων
που κάθονται στην κουπαστή, ωραίοι και άφρονες
από τις υποσχέσεις ενός πολέμου νικητή
που λάφυρα και δόξα θα τους φέρει
στη μέθη ωραίου πρωινού κι ενός αέρα λυτρωτή
που μ' αλαφράδα μαγική, σπρώχνει αγόγγυστα τα πλοία
αμήχανος ανάμεσα στ' αστραφτερά σου όπλα
δοσμένος σε μιαν αμφιβολία όλο χρυσόφως
όπου φυλάς, νωπές ακόμη συγκινήσεις...
(μιας καστανής την αγκαλιά και τα φιλιά τ' αστέγνωτα
κρυμμένα στο λαιμό και τη μασχάλη, της ανθισμένης
λεμονιάς αγαπημένο θρόισμα σιμά στο παραθύρι
την ταραχή της μάνας, με το ξερό στα χέρια της ζυμάρι
και του πατέρα τη σιωπή, που όλα τα λόγια έπνιξε
του χωρισμού, μέσα σε βλέμμα άτρεμο κι αντρίκιο)
Ταξίδι ολόφρεσκο, καθώς κοιτάς τα πρόσωπα συντρόφων
που κάθονται στην κουπαστή, ωραίοι και άφρονες
από τις υποσχέσεις ενός πολέμου νικητή
που λάφυρα και δόξα θα τους φέρει
Καθώς κινάς λοιπόν για μια άλλη Τροία
τα μάτια στρέψε τελευταία φορά
σε τούτη που άνθισες ακτή...
Ίδια ξανά δε θα τη δεις!...
(γιατί μετά από τούτο το φευγιό
άλλα τα μάτια σου θα είναι!)
Μάιος 2012
10. Η μοίρα μας
''Η μοίρα μας χυμένο μολύβι
δε μπορεί ν΄ αλλάξει
δε μπορεί να γίνει τίποτε''
Γ. Σεφέρης
Η μοίρα μας πάντα στα στενά
πικρά να φέγγει
να πλενόμαστε με αλισίβα το πρωί
να χτενιζόμαστε
κνημίδες να γυαλίζουμε και θώρακες
όπως συνηθίζουν οι αποφασισμένοι
χωρατά μιλώντας τάχα
σα να πρόκειται για μας
να ξαναξημερώσει...
Γιατί το ξέρουμε!
Το απόγεμα δε θάμαστε
παρά άψυχα κορμιά σιμά στους βάλτους
παρατημένα στη σκόνη των ορδών
και πατημένα
από τα πόδια τα βαριά
των ελεφάντων...
Αυτή η μοίρα μας...
(κι οι Εφιάλτες ζωή χαρισάμενη
στις αυλές των Δαρείων
τα παιδιά τους στα ''Κέιμπριτζ''
προδοσία σπουδάζουν
τώρα που κι αυτή
προβιβάστηκε σ΄ επιστήμη)
(2006)
δε μπορεί ν΄ αλλάξει
δε μπορεί να γίνει τίποτε''
Γ. Σεφέρης
Η μοίρα μας πάντα στα στενά
πικρά να φέγγει
να πλενόμαστε με αλισίβα το πρωί
να χτενιζόμαστε
κνημίδες να γυαλίζουμε και θώρακες
όπως συνηθίζουν οι αποφασισμένοι
χωρατά μιλώντας τάχα
σα να πρόκειται για μας
να ξαναξημερώσει...
Γιατί το ξέρουμε!
Το απόγεμα δε θάμαστε
παρά άψυχα κορμιά σιμά στους βάλτους
παρατημένα στη σκόνη των ορδών
και πατημένα
από τα πόδια τα βαριά
των ελεφάντων...
Αυτή η μοίρα μας...
(κι οι Εφιάλτες ζωή χαρισάμενη
στις αυλές των Δαρείων
τα παιδιά τους στα ''Κέιμπριτζ''
προδοσία σπουδάζουν
τώρα που κι αυτή
προβιβάστηκε σ΄ επιστήμη)
(2006)
11. Θερμοπύλες
γράμμα ενός στρατιώτη
i
-Ως πότε οι γενναίοι
των ενόχων θα είναι
το λευκό άλλοθι-
i
Λιγόστεψαν πια αυτά που καρτερώ, στις Θερμοπύλες πατέρα
χάλασε το κορμί μου η αναμονή. Πονάω πριν τις βροχές
και τρίβω τους αστραγάλους με λάδι -όπως οι γέροι παλιά-
με πειράζει κι η θύμησή σου, να περιμένεις τη μεγάλη μου νίκη
εφημερίδες στο καφενείο κάθε μέρα διαβάζοντας.
Όμως εγώ πολυμήχανος της εποχής, ποτέ δεν υπήρξα
ούτε σήκωσα Δούρειους ίππους, άλλους να κάψω...
Οδυσσεύς της συμφοράς θα μου πεις
αφού δε μπόρεσα ποτέ να στηρίξω μια νίκη
πάνω σε άλλων δυστυχία
-ίσως γι’ αυτό να έγινα, της άμυνας στρατιώτης-
Μα η πικρή αλήθεια πατέρα, είναι πως εχθρό ακόμη δεν είδαμε
αντί τους Πέρσες, κουνούπια απωθούμε, με όπλο μας το Αουτάν
χρόνια καθόμαστε άπραγοι, καταστρώνοντας σχέδια
δοκιμάζοντας τα νεύρα μας όλη μέρα
μας έχει τρελάνει αυτή η αναμονή
και οι ανιχνευτές μετά από μέρες
ωχροί γυρίζουν με άδειο βλέμμα...
Ακονίζουμε σπαθιά και ακόντια, μα εχθρός πουθενά
όλο νομίζουμε πως έρχεται μέσα σε σύννεφα σκόνης
και τρέχουμε ασθμαίνοντας στις γραμμές
μα τίποτε άλλο απέναντι τελικά
παρά ο ψεύτης αέρας...
ii
Καθώς φαίνεται ο Ξέρξης μας περιφρονεί, δε μας υπολογίζει
ίσως πάλι, ποτέ να μη ζήλεψε όσα τάξαμε εμείς να φυλάμε
ή μπορεί να πέρασε κιόλας, χωρίς να πάρουμε είδηση
και ήδη να μας κυβερνά...
χάλασε το κορμί μου η αναμονή. Πονάω πριν τις βροχές
και τρίβω τους αστραγάλους με λάδι -όπως οι γέροι παλιά-
με πειράζει κι η θύμησή σου, να περιμένεις τη μεγάλη μου νίκη
εφημερίδες στο καφενείο κάθε μέρα διαβάζοντας.
Όμως εγώ πολυμήχανος της εποχής, ποτέ δεν υπήρξα
ούτε σήκωσα Δούρειους ίππους, άλλους να κάψω...
Οδυσσεύς της συμφοράς θα μου πεις
αφού δε μπόρεσα ποτέ να στηρίξω μια νίκη
πάνω σε άλλων δυστυχία
-ίσως γι’ αυτό να έγινα, της άμυνας στρατιώτης-
Μα η πικρή αλήθεια πατέρα, είναι πως εχθρό ακόμη δεν είδαμε
αντί τους Πέρσες, κουνούπια απωθούμε, με όπλο μας το Αουτάν
χρόνια καθόμαστε άπραγοι, καταστρώνοντας σχέδια
δοκιμάζοντας τα νεύρα μας όλη μέρα
μας έχει τρελάνει αυτή η αναμονή
και οι ανιχνευτές μετά από μέρες
ωχροί γυρίζουν με άδειο βλέμμα...
Ακονίζουμε σπαθιά και ακόντια, μα εχθρός πουθενά
όλο νομίζουμε πως έρχεται μέσα σε σύννεφα σκόνης
και τρέχουμε ασθμαίνοντας στις γραμμές
μα τίποτε άλλο απέναντι τελικά
παρά ο ψεύτης αέρας...
ii
Καθώς φαίνεται ο Ξέρξης μας περιφρονεί, δε μας υπολογίζει
ίσως πάλι, ποτέ να μη ζήλεψε όσα τάξαμε εμείς να φυλάμε
ή μπορεί να πέρασε κιόλας, χωρίς να πάρουμε είδηση
και ήδη να μας κυβερνά...
(Πάντως εδώ ευρέως ψιθυρίζεται
πως οι μάχες δε δίδονται πια σε Θερμοπύλες
μπορεί με τα τηλέφωνα να κανονίζονται
των πόλεων οι παραδόσεις
σ’ εχθρούς που τις κατέχουν
χωρίς να φαίνονται ποτέ)...
Οπότε νίκες από μας μη καρτεράς
ή τρελοί θα γυρίσουμε ή καθόλου
-γιατί γυρισμός χωρίς μάχη
στο σπίτι, είναι πατέρα ντροπή-
Φίλησέ μου τη μάνα -θάχει πολύ γεράσει-
και τον άρρωστο αδερφό
(πόσο νοστάλγησα τη μουριά στην αυλή
κι έναν καφέ στη σκιά της!)
Ξεχάστε με τώρα, βγάλτε τα πέρα μόνοι
ίσως λιποτακτήσω και στα βουνά χαθώ
αν δε με βρούνε παγωμένο το πρωί
από συντρόφου χέρι...
Ο Υιός σου
στρατιώτης άκαπνος
Θερμοπύλες
έτη πολλά
2007
πως οι μάχες δε δίδονται πια σε Θερμοπύλες
μπορεί με τα τηλέφωνα να κανονίζονται
των πόλεων οι παραδόσεις
σ’ εχθρούς που τις κατέχουν
χωρίς να φαίνονται ποτέ)...
Οπότε νίκες από μας μη καρτεράς
ή τρελοί θα γυρίσουμε ή καθόλου
-γιατί γυρισμός χωρίς μάχη
στο σπίτι, είναι πατέρα ντροπή-
Φίλησέ μου τη μάνα -θάχει πολύ γεράσει-
και τον άρρωστο αδερφό
(πόσο νοστάλγησα τη μουριά στην αυλή
κι έναν καφέ στη σκιά της!)
Ξεχάστε με τώρα, βγάλτε τα πέρα μόνοι
ίσως λιποτακτήσω και στα βουνά χαθώ
αν δε με βρούνε παγωμένο το πρωί
από συντρόφου χέρι...
Ο Υιός σου
στρατιώτης άκαπνος
Θερμοπύλες
έτη πολλά
2007
12. Λιποταξία
Το δόρυ μου, στην Τιθορέα πούλησα
για μια μπουκιά ψωμί
για μια μπουκιά ψωμί
-καθώς τρεις μέρες νηστικός
πούχα λιποτακτήσει-
Τον θώρακα που βάραινε
Τον θώρακα που βάραινε
απ’ όλα πιο πολύ
τον άλλαξα στη Λιβαδειά
με μια μποτίλια κόκκινο κρασί
-που τόσο βαθιά ο καψερός
είχα επιθυμήσει-
Στην Ογχηστό...
κι από κνημίδες «ελαφρύνθειν»
-να κοιμηθώ σαν άνθρωπος
πρώτη φορά σε στρώμα-
Στη Θήβα άφησα, θηκάρι και σπαθί
-οκτώ χρονάκια φίλοι μου
πολλά χωρίς γυναίκα-
Τώρα τις ιστορίες μου
-στων Αθηνών τα καπηλειά
και στα χαμαιτυπεία-
βάνοντας σάλτσες τις πουλώ
για τούτο το παλιόκρασο
και κρύα αποφάγια...
Ο Ξέρξης κι αν δε κόντεψε
στα ίσα να τα πούμε
από μακριά με νίκησε
(και ούτε τη κατάντια μου
ο άτιμος γνωρίζει)...
(2008)
με μια μποτίλια κόκκινο κρασί
-που τόσο βαθιά ο καψερός
είχα επιθυμήσει-
Στην Ογχηστό...
κι από κνημίδες «ελαφρύνθειν»
-να κοιμηθώ σαν άνθρωπος
πρώτη φορά σε στρώμα-
Στη Θήβα άφησα, θηκάρι και σπαθί
-οκτώ χρονάκια φίλοι μου
πολλά χωρίς γυναίκα-
Τώρα τις ιστορίες μου
-στων Αθηνών τα καπηλειά
και στα χαμαιτυπεία-
βάνοντας σάλτσες τις πουλώ
για τούτο το παλιόκρασο
και κρύα αποφάγια...
Ο Ξέρξης κι αν δε κόντεψε
στα ίσα να τα πούμε
από μακριά με νίκησε
(και ούτε τη κατάντια μου
ο άτιμος γνωρίζει)...
(2008)
23. Ξέρξης
Τον Ξέρξη, χρόνια περιμέναμε
στ' αλώνια να βρεθούμε
-σ' αυτήν την άνυδρη εποχή
μαζί του μια αναμέτρηση
λίγο δεν είναι
κι ας μοιάζει τόσο ανέφικτη η νίκη-
όμως ο βάρβαρος στο φως
ποτέ δε φανερώθη...
Μήπως στο κάμα της ζωής
-μικροί εμείς και φαντασμένοι-
δε λογαριάσαμε σωστά
κι ήταν ατόφια τρέλα
να περιμένουμε τέτοια τιμή
τόσο μεγάλη μάχη...
(ή μήπως κάτι πιο οικτρό
και τραγικό συμβαίνει;)
στ' αλώνια να βρεθούμε
-σ' αυτήν την άνυδρη εποχή
μαζί του μια αναμέτρηση
λίγο δεν είναι
κι ας μοιάζει τόσο ανέφικτη η νίκη-
όμως ο βάρβαρος στο φως
ποτέ δε φανερώθη...
Μήπως στο κάμα της ζωής
-μικροί εμείς και φαντασμένοι-
δε λογαριάσαμε σωστά
κι ήταν ατόφια τρέλα
να περιμένουμε τέτοια τιμή
τόσο μεγάλη μάχη...
(ή μήπως κάτι πιο οικτρό
και τραγικό συμβαίνει;)
.......................................
Παροπλισμένος τώρα
ανίκανος για πόλεμο
και σκουριασμένος
-μα πιο σοφός τουλάχιστον
μέσα σε τόση σκέψη-
μια υποψία κουβαλώ
για τον πανούργο Ξέρξη...
Μέσα μας να κρύβεται!
Να κατοικεί εντός μας!
Και από κει ηγούμενος
να ρίχνει ό, τι χτίζουμε
με πάθη και καμώματα
τον κόσμο να συντρίβει
Αύγουστος 2013
Παροπλισμένος τώρα
ανίκανος για πόλεμο
και σκουριασμένος
-μα πιο σοφός τουλάχιστον
μέσα σε τόση σκέψη-
μια υποψία κουβαλώ
για τον πανούργο Ξέρξη...
Μέσα μας να κρύβεται!
Να κατοικεί εντός μας!
Και από κει ηγούμενος
να ρίχνει ό, τι χτίζουμε
με πάθη και καμώματα
τον κόσμο να συντρίβει
Αύγουστος 2013
26. Το θερμοκήπιο
-Στο θερμοκήπιο που ξάφνου
ξεχαρβαλώθηκε η σκεπή
κι ελεύθερα η βροχή λυσσομανάει
δες τα φυτά τα εμβρόντητα
πώς τρομαγμένα
θροΐζουνε στις γλάστρες-
Απέναντι σε άνεμο θρασύ
ευέξαπτο
που αγέρωχος κινάει από το χιόνι
(μπουμπούκια καψαλίζοντας στο διάβα του
και φύλλων άκρες)
εξαρτημένα απέναντι φυτά
που τρέμουνε
τον σαδισμό της πάχνης...
Επιθυμούν ξανά στοργή
σπαρακτικά ζητούν το χέρι
εκείνου που... κείτεται νεκρός
σιμά στις ροδαλές
και ντροπαλές μπιγκόνιες...
14 Μαΐου 2012
ξεχαρβαλώθηκε η σκεπή
κι ελεύθερα η βροχή λυσσομανάει
δες τα φυτά τα εμβρόντητα
πώς τρομαγμένα
θροΐζουνε στις γλάστρες-
Απέναντι σε άνεμο θρασύ
ευέξαπτο
που αγέρωχος κινάει από το χιόνι
(μπουμπούκια καψαλίζοντας στο διάβα του
και φύλλων άκρες)
εξαρτημένα απέναντι φυτά
που τρέμουνε
τον σαδισμό της πάχνης...
Επιθυμούν ξανά στοργή
σπαρακτικά ζητούν το χέρι
εκείνου που... κείτεται νεκρός
σιμά στις ροδαλές
και ντροπαλές μπιγκόνιες...
14 Μαΐου 2012
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου